ΒΙΒΛΙΟ

Στην αποικία του Κάφκα

gri1

Χ​​ειροκίνητος απεντερισμός· ελληνικός όρος που όμως δεν είναι δόκιμος. Αποτελεί έμπνευση του κυρίου Γκρι, με βάση τον ιταλικό «evisceratio» και τον αγγλικό «manual disembowelment». Μου τον ανέφερε καθώς βγαίναμε από τη Διπλάρειο Σχολή, μετά τη «Σωφρονιστική αποικία» του Φίλιπ Γκλας, σε σκηνοθεσία Πάρη Μέξη, και τον Γιώργο Πέτρου να διευθύνει την Καμεράτα, παραγωγή της Στέγης.

Ο κύριος Γκρι εξηγεί: «Κατά τον Μεσαίωνα, διαδεδομένη μορφή εκτέλεσης ήταν να δένεται ανάσκελα ο κατάδικος, γυμνός, να περνούν ένα βαρούλκο από πάνω του, ο δήμιος να κάνει μια προσεκτική τομή στο υπογάστριο, να τραβάει το έντερο και να το δένει πάνω στο βαρούλκο. Γυρίζοντάς το, αργά αργά, τα έντερα τυλίγονται σαν κουβαρίστρα πάνω στο βαρούλκο. Ο θάνατος είναι αργός, δυσβάσταχτος. Ο Αγιος Ερασμος και ο Ουίλιαμ Ουάλας της Σκωτίας είχαν αυτό το οικτρό τέλος. Στο Μουσείο Βασανιστηρίων της Λούκα, στην Τοσκάνη, είδα μια ζωγραφική παράσταση του μαρτυρίου – όπως και στην ταινία “Το κελί” (2000), όπου ο Βινς Βον υποβάλλεται σε αυτό το βασανιστήριο. Μήπως η καφκική μηχανή της “Σωφρονιστικής αποικίας” είναι πιο αθώα;».

Δεν είμαι βέβαιος· προσπαθώ να ξεχάσω τις εικόνες που μου προκαλούν τα λόγια του κυρίου Γκρι, είναι δύσκολο όμως, μετά τα αγχώδη έγχορδα της Καμεράτας, που θύμιζαν τους μουσικούς-τροφίμους του Αουσβιτς, οι οποίοι συνόδευαν κατάδικους στον θάνατο μετά μουσικής. Δεν υπήρχε στην αυτοσχέδια σκηνή της ιστορικής Διπλαρείου η μηχανή που κεντάει, αργά και βασανιστικά, στο δέρμα του κατάδικου την ενοχή του, επί δώδεκα ώρες. Στο διήγημα τη φαντάζεσαι, θολά, φευγαλέα, σαν σκιά, πράγμα που την καθιστά δραστικά τρομακτική. Ευτυχώς, ο Πάρης Μέξης και οι Beetroot απέφυγαν τη σχηματοποίησή της…

Την «Αποικία των τιμωρημένων» είχα κάποτε διαβάσει στη μετάφραση της Τέας Ανεμογιάννη: για να πείσει τον Επισκέπτη περί της σοφίας της μηχανής, ο Αξιωματικός απελευθερώνει τον Κατάδικο και θέτει τον εαυτό του στη διάθεσή της. Μόνο που η μηχανή διαλύεται πετσοκόβοντας άναρχα τον Αξιωματικό – στερώντας τον από την αργή, ηδονική, μαζοχιστική έκσταση των λέξεων στη σάρκα του. Στο φινάλε της Διπλαρείου, τα πάντα βάφονται κόκκινα (ο κύριος Γκρι τράβηξε τη φωτογραφία του σημειώματος) μέσα σε ένα εκρηκτικό φορτίσιμο της Καμεράτα. Η  ατμόσφαιρα γίνεται αιμάτινη: οι δέσμες του κόκκινου φωτός χαράσσουν βίαια την πλάτη του γονατισμένου Αξιωματικού…

Βηματίζουμε στη σκοτεινή Αθήνα και με το κινητό ο κύριος Γκρι βάζει να ακούσουμε τον Φίλιπ Γκλας να παίζει στο πιάνο τη «Μεταμόρφωση» που έγραψε για την ομότιτλη, επίσης καφκική, νουβέλα. «Οι λέξεις γίνονται βάσανο, σύμβολο ενοχής, και στο τέλος εκτελεστές, δήμιοι», λέω στον κύριο Γκρι, «δεν νομίζω, λοιπόν, πως η μηχανή του Κάφκα είναι πιο αθώα από το μεσαιωνικό χασάπικο βαρούλκο σου». «Μάλλον το θέμα δεν είναι οι μηχανές αλλά η ενοχή. Συνεχίζουμε την άλλη Κυριακή», είπε ο κύριος Γκρι. Η πιανιστική «Μεταμόρφωση» ακούστηκε στα στενά όπου άλλοτε παζάρευαν τα σώματά τους οι κοπέλες από τη Νιγηρία.