ΒΙΒΛΙΟ

Η Πάτι και ο Ρόμπερτ δεν έμειναν ποτέ παιδιά

robert1

ΠΑΤΙ ΚΑΙ ΡΟΜΠΕΡΤ
Πάτι Σμιθ
μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς
εκδ. Κέδρος

Βλέπω την Πάτι Σμιθ στο ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε για τη ζωή της («Dream of Life», 2008), να περπατά στο σπίτι της, με τις αρβύλες της, μέσα σ’ ένα χαμό από πεταμένες φωτογραφίες, χαρτιά, βιβλία, κιθάρες, και μετά βλέπω τα ίδια πλάνα, ξανά και ξανά, λες και προσπαθώ ν’ ανακαλύψω κάποιο εύρημα κάτω από τα πράγματά της.

Αλήθεια, τι ξέρω για την Πάτι Σμιθ; Γεννήθηκε το 1946, έκανε έναν δίσκο το 1975 που άλλαξε κάμποσα αυτιά –βασικά, τα ξερίζωσε και τοποθέτησε καινούργια, επειδή μάλλον δοκίμασε κάτι τόσο φαινομενικά απλό, να ενώσει ποίηση με ροκ μουσική, αλλά με μια κίνηση δυναμική και άμεση, ανανεώνοντας έτσι την ποιητική απαγγελία και ταυτόχρονα το ροκ εν ρολ–, ζούσε στη Νέα Υόρκη, για μια περίοδο ήταν ζευγάρι με τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, έκανε μερικούς ακόμα δίσκους, τα παράτησε, πήγε στο Ντιτρόιτ με τον άντρα της, τον κιθαρίστα Φρεντ Σμιθ, γέννησε δύο παιδιά, ο άντρας της πέθανε το 1994, κι αυτή επέστρεψε στη σκηνή, συνέχισε να ηχογραφεί δίσκους, να δίνει συναυλίες, να γράφει βιβλία.

Τι ξέρω για τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ; Πολύ λιγότερα. Ηταν φωτογράφος, εραστής της Πάτι Σμιθ, ομοφυλόφιλος, έκανε κάποιες υπέροχες φωτογραφίες στην αρχή, μετά φωτογράφισε με την ίδια ορμή λουλούδια, πέη, διασημότητες, λες και ονειρευόταν διαρκώς τον ίδιο του τον θάνατο, πως θα ερχόταν γρήγορα, και πράγματι ήρθε, πέθανε στα 42 του, και ίσως το μόνο που συγκρατώ από τη δουλειά του είναι εκείνο το αυτοπορτρέτο που βρίσκεται ανατυπωμένο στον «Φωτεινό θάλαμο» (1980) του Ρολάν Μπαρτ: ο Μέιπλθορπ γυμνός, με τεντωμένο χέρι και λαμπερά μάτια, να δείχνει τα δόντια του στον φακό. Και το σχόλιο του Μπαρτ, προφητικό: «Τούτο το αγόρι με το τεντωμένο μπράτσο, με το ολόφωτο χαμόγελο […], εκτοπισμένο προς τη μια άκρη του πλαισίου, ενσαρκώνει ένα είδος χαρούμενου ερωτισμού· η φωτογραφία με σπρώχνει να ξεχωρίσω τη βαριά επιθυμία, την επιθυμία της πορνογραφίας, από την ελαφριά επιθυμία, την καλή επιθυμία, την επιθυμία του ερωτισμού […]».

Και τι μαθαίνω από το «Πάτι και Ρόμπερτ» (πρωτότυπος τίτλος: «Just kids»), το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Πάτι Σμιθ, που εκδόθηκε το 2010 στην Αμερική και μεταφράστηκε πρόσφατα στη γλώσσα μας; Δυστυχώς, ό,τι δεν θέλω να μάθω και, κυρίως, με τον τρόπο που δεν θέλω να το μάθω: γιατί το βιβλίο της Πάτι Σμιθ ξεκινά άσχημα, σαν προσευχή, και μαζί σαν υπόσχεση στον Μέιπλθορπ λίγο πριν πεθάνει, πως θα αφηγηθεί την ιστορία τους, και καταλήγει σαν προσευχή, με την ευκολία που έχει η προσευχή, και την ανακούφιση που παρέχει: επειδή είναι ψιθυριστή, κατευνάζει· επειδή δεν δαιμονοποιεί, αγιοποιεί· επειδή δεν τέμνει, επουλώνει· το αντίθετο δηλαδή απ’ αυτό που ζητά κανείς διαβάζοντας ένα χρονικό: να είναι κριτικό, να δαιμονοποιεί τους αγίους, να είναι αμφίρροπο, αναπάντεχο και αντιφατικό, να περιέχει σπαραγμό για την εποχή που έχει πια χαθεί, όμως με μιαν αδιάφορη αντικειμενικότητα, παράξενη και άβολη, λες και κάθε σελίδα έχει καλυφθεί από έναν ενοχλητικό ζεστό παγετό.

Μόνο που η Πάτι Σμιθ εξακολουθεί να είναι θαμπωμένη, δεκαετίες αργότερα, από τη ζωή της, τα μέρη όπου έζησε και σύχναζε, τις συναντήσεις της, τον Μπάροουζ, το ξενοδοχείο Τσέλσι, τον Σαμ Σέπαρντ, τον Σαμ Ουάγκσταφ, προστάτη του Μέιπλθορπ, τον σπουδαίο κινηματογραφιστή και μουσικό ανθολόγο Χάρι Σμιθ, τη συστολή της, την αγωνία του Μέιπλθορπ για καλλιτεχνική και κοινωνική καταξίωση, φτιάχνοντας έναν ολόκληρο ιστό που στηρίζει το βιβλίο, και την ίδια στιγμή το παγιδεύει και το συρρικνώνει, γιατί η αίγλη εκείνων των ανθρώπων και των τόπων έχει εξαντληθεί και ό,τι έχει μείνει είναι η στάχτη τους, και πιστεύω πως ειδικά η δική μας εποχή δεν έχει χρόνο για αναμόχλευση μύθων.

Σίγουρα, πάντως, κάποιος έχει μια πιο ουσιαστική, δηλαδή πιο δίκαιη, άποψη για τη ζωή της Πάτι Σμιθ και του Μέιπλθορπ, ακούγοντας τους δίσκους της και κοιτώντας τις φωτογραφίες του, γιατί εκεί το «εγώ» είναι καλά κρυμμένο, πίσω από έναν στίχο, όσο προσωπικός κι αν είναι, πίσω από ένα φως που σκάει στον τοίχο, ακόμη κι αν είναι ο τοίχος του δωματίου τους, και τότε το ιδιωτικό καταφέρνει ν’ ανοίξει, να τεντωθεί, να προσφέρει σε μας την ιδιοκτησία του και να τη μοιραστεί μαζί μας.

Η Πάτι και ο Ρόμπερτ δεν έμειναν ποτέ παιδιά, ή μονάχα παιδιά, γιατί προσπαθήσανε με νύχια και με δόντια να πετύχουν, ευτυχώς, ενώ τα παιδιά παίζουνε ανιδιοτελώς, δίχως να φαντάζονται το αύριο, με μοναδική αγωνία μήπως πέσει η νύχτα και διακόψει το παιχνίδι τους, και γι’ αυτό πιστεύω πως η ελληνική απόδοση στον τίτλο του βιβλίου είναι πιο ειλικρινής από τον πρωτότυπο: ναι, δεν πρόκειται για παιδιά, μα για τον Ρόμπερτ, την Πάτι, με τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και» να τους δένει αναμεταξύ τους και, ταυτόχρονα, να τους φυλακίζει σε μιαν υποχρέωση που δεν θ’ ανεχόταν κανένα παιδί.

Στις τελευταίες σελίδες, η Πάτι Σμιθ και ο Μέιπλθορπ πηγαίνουν να επισκεφτούν τον Σαμ Ουάγκσταφ στο νοσοκομείο. Ο Σαμ πεθαίνει από AIDS, όπως θα πεθάνει δύο χρόνια αργότερα και ο Μέιπλθορπ, ο οποίος είναι ήδη άρρωστος. Ο Μέιπλθορπ πιάνει το χέρι του, ο Ουάγκσταφ το τραβάει. Η Πάτι Σμιθ τού τραγουδά. Αργότερα, Σμιθ και Μέιπλθορπ περπατάνε μέχρι το νέο στούντιο του τελευταίου. Το στούντιο είναι μεγάλο, ακριβό, και ο Ρόμπερτ λέει περήφανα στην Πάτι: «Τελικά τα κατάφερα, έτσι δεν είναι;» Κι εγώ σκέφτομαι πως όχι.