ΒΙΒΛΙΟ

Το καταφύγιο που φθονούσε η μελαγχολική φιλόσοφος

filosofos1

HANNA ARENDT
Ich selbst, auch ich tanze. Die Gedichte
εκδ. Piper, σελ. 160
Μόναχο 2015

Η ζωή της θα μπορούσε να ήταν ένα Bildungsroman από την εποχή του Γκαίτε, γραμμένο, θαρρείς, από την ίδια: η μοίρα της είναι συνυφασμένη με περιπλανήσεις, εκπατρισμούς, έρωτες, αλλά και με σημαντικούς άνδρες που διαμόρφωσαν το σύγχρονο γερμανικό πνεύμα (Γιάσπερς, Χούσερλ, Χάιντεγκερ), το έργο της είναι συνδεδεμένο άρρηκτα με τη μοίρα ενός λαού, πριν και μετά την «τελική λύση», τέλος η ζωή της μοιράζεται σε ό,τι η ίδια εξερεύνησε, vita activa και vita contemplativa (ενεργός και στοχαστικός βίος). Κι όμως, τα ποιήματά της προδίδουν μιαν άλλη Χάνα Αρεντ, τρυφερή και μελαγχολική.

Σε αντίθεση με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (τον οποίο η Αρεντ θα γνωρίσει στο Παρίσι, συμπεριλαμβάνοντάς τον αυτονόητα στο έργο «Ανθρωποι σε σκοτεινούς καιρούς», ενώ θα παραλάβει από τα χέρια του τις «Θέσεις για την έννοια της Ιστορίας», θα του αφιερώσει ένα ποίημα και, αργότερα, θα προλογίσει την αμερικανική έκδοση των «Illuminationen»), που ο μόνος τομέας στον οποίο απέτυχε (εκτός βέβαια από την ίδια τη ζωή του) ήταν εκείνος της ποίησης, αφού τα «Σονέτα» του δεν κατάφεραν να σπάσουν την κρούστα του επιτηδευμένου, η Χάνα Αρεντ, ήδη έφηβη, θα αναζητήσει έναν δρόμο μοναχικό όπου συναίσθηση και συναίσθημα έχουν τον πρώτο λόγο, πριν η Χάνα συναντήσει μοιραία τον Μάρτιν στο σκοτεινό-φωτεινό μονοπάτι της φιλοσοφίας του Dasein. Ο,τι όμως διαπερνά τα 71 ποιήματα, που χωρίζονται σε δύο περιόδους (1923-1926, 1942-1961), είναι εκείνη η γερμανική ποιητική παράδοση που έχει τις ρίζες της, ως φόρμα και περιεχόμενο, πρωτίστως στη λαϊκή παράδοση και τον ρομαντισμό. Ειδικά στον πρώτο κύκλο των ποιημάτων η προσήλωση στον έμμετρο στίχο και στα ποιητικά μοτίβα εμφαίνεται κιόλας στο ποίημα «Στους ήχους του λαϊκού τραγουδιού» (Im Volksliedton), οι επιδράσεις των ρομαντικών, αλλά και των αγαπημένων της ποιητών (Σίλερ, Γκαίτε, Χάινε, Ρίλκε και αργότερα του Μπρεχτ) εμπνέουν την Αρεντ στα πρώτα ποιητικά σκιρτήματα και την ακολουθούν διακριτικά για τις επόμενες δεκαετίες. Αρκετά ποιήματα αποπνέουν ιδεαλισμό και μελαγχολία, γνωρίσματα της γερμανικής ρομαντικής παράδοσης, που αναζητεί στη φυγή, τη φύση και τον έρωτα, την εξιδανίκευση. Ανάλογα κινείται και η Αρεντ στους στίχους της: «Οι ώρες σβήνουν/ φεύγουν οι μέρες/ το κέρδος μένει/ απλά υπάρχεις», και αυτή η αρχική ποιητική αδεία «αποδοχή» θα παραμεριστεί από την ίδια την εργοβιογραφία της, μια συνεχή προσπάθεια κατανόησης του κόσμου, της ύπαρξης, του βίου.

Η σκέψη συναντά την ποίηση

Η ποίηση για την Αρεντ δεν αποτελεί πάρεργο, ούτε όμως και απλές «δακτυλικές ασκήσεις». Σ’ αυτήν αναζητεί τη «μαγεία» που εκπέμπει το έργο του Ρίλκε πρωτίστως, μέσα από τη «μετασχηματική δύναμη του λυρικού λόγου»: ένας ακροβατισμός ανάμεσα στη σκέψη, την ποίηση και τη συμπύκνωση (Dichten und Verdichten) προς την «αισθητή σκέψη». Αν τα πρώτα ποιήματα αντανακλούν συχνά μια συναισθηματική κατάσταση, που άλλοτε εκφράζει τη μοναξιά και άλλοτε αποτυπώνει μιαν ανεπαίσθητη, συγκρατημένη αισιοδοξία, στο δεύτερο μέρος, την περίοδο της εξορίας και της εγκατάστασης στη Νέα Γη, η σκιά του αφανισμού πέφτει, σαν στάχτη, στους στίχους που αφιερώνονται στους νεκρούς (Μπένγιαμιν, Μπροχ), στις κατεστραμμένες πολιτείες, στους τελεσίδικους αποχωρισμούς, στα μελαγχολικά ταξίδια ανάμεσα στα ερείπια του «Αγγελου της Ιστορίας». Οι διακριτικές επιδράσεις δεν αφορούν ρεύματα και τάσεις, αλλά ποιητές: αλλού φανερώνεται ο Γκαίτε και αλλού ο Μόργκενστερν, σε κάποια κρύβεται ένας παιγνιώδης Χάινε ή Μπρεχτ, όταν ο έρωτας είναι «παιγνίδι στα χέρια των παιδιών», ενώ στον «Υπόγειο σιδηρόδρομο», με εξπρεσιονιστική διάθεση, θυμίζει έντονα τη Μάσα Καλέκο (άραγε την είχε διαβάσει;) στη συλλογή «Ερωτας της μεγαλούπολης» (Grossstadtliebe).

Η Αρεντ, μετεωριζόμενη μεταξύ εγκαρτέρησης και ελπίδας, «χορεύει» ανάλαφρα με τη μνήμη και το όνειρο, «διαψεύδοντας» εν μέρει, όπως και ο Πάουλ Τσέλαν, τον αντορνικό αφορισμό σχετικά με την ποίηση μετά το Αουσβιτς. Για τη φιλόσοφο, που από νεαρή ηλικία θα εξασκηθεί στην τέχνη της αποστήθισης, η ποίηση θα εμφιλοχωρήσει συχνά στα «Ημερολόγιά» της (Denktagebuch 1950-1973), όχι ως σκαρίφημα, αλλά ως χρέος και μνήμη, επιπλέον όμως ως «γλωσσικό καταφύγιο», καθώς το μείζον έργο της συγγράφεται πια στα αγγλικά, τα ποιήματα όμως προσφεύγουν στη μητρική γλώσσα. Στους στίχους της ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως ο φιλοσοφικός στοχασμός δεν αντιστρατεύεται τη λυρική γραφή, όταν η σκέψη δεν εξοστρακίζει το συναίσθημα. H έκδοση συγκεντρώνει το ποιητικό της έργο και σχολιάζεται διεξοδικά από την Irmela von der Lühe, ενώ οφείλει πολλά στην Karin Biro.