ΒΙΒΛΙΟ

«Οχι να προχωράς αλλά να συμβαίνεις»

iliopoulou1

KATEΡΙΝΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
Μια φορά κάθε τοπίο
και ολότελα
εκδ. Μελάνι

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ
Ετσι είναι τα πουλιά
εκδ. Γαβριηλίδης

Πριν από χρόνια επιχείρησα μέσα από τις σελίδες της «Κ» την ανάγνωση-σταυροβελονιά της «Ιστανμπούλ» του Παμούκ και της «Θεσσαλονίκης» του Μαζάουερ. Ιδίως αν πρόκειται για επόμενες της πρώτης αναγνώσεις, το συνταίριασμα, αν πετύχει, μεγιστοποιεί την απόλαυση. Σαν αντικριστά κάτοπτρα, τα βιβλία πολλαπλασιάζονται και μακραίνουν. Το επιχείρησα ξανά καθρεφτίζοντας το κατασταλαγμένο «Μια φορά κάθε τοπίο κι ολότελα» της ώριμης αλλά καινοτόμου Κατερίνας Ηλιοπούλου (1967) στο ατίθασα λυρικό αλλά εύστοχο «Ετσι είναι τα πουλιά» της Αννας Γρίβα (1985).

Κοινός τους τόπος η δοκιμασία της μνήμης και η αναμέτρηση με το πένθος. Με ακραιφνώς προσωπικούς όρους στη Γρίβα, δοκιμάζοντας τη δυνατότητα γενικών κρίσεων στην Ηλιοπούλου («Πώς είναι να είμαστε μαζί σαν χώρα;»), η καταβύθιση στο παρελθόν, η συναναστροφή των νεκρών, η επιστροφή και η σύνοψη σε καθημερινή γλώσσα, αποτελούν μέριμνα και των δύο. Η γυναικεία ταυτότητα του ποιητικού λόγου είναι επίσης ευδιάκριτη, όχι πια με τρόπο συγκρουσιακό, όπως συνέβαινε κηρυγμένα ή ακήρυχτα σε προηγούμενες εποχές αλλά με όρους συνειδητής αυτοπραγμάτωσης του διαφορετικού.

Η τρίτη και σημαντικότερη πρόθεση που μοιράζονται οι δύο ποιήτριες αφορά ένα τεστ αντοχής της γλώσσας. Με συνέπεια και επιμονή, δοκιμάζουν τα όριά της: την προκαλούν, τη θέτουν υπό δοκιμή, που είναι ταυτόχρονα και δική τους δοκιμασία. Ρωτά ο άγγελος στο ποίημα «Λέξεις» της Γρίβα –ένας άγγελος που «ποτέ δεν έφερε ειδήσεις/ούτε καπνό απ’ τον άλλο κόσμο/ ποτέ δεν μου είπε για θεό/ ούτε για αδέρφια αρχάγγελους»– «αν χάνονται/οι λέξεις στον αέρα/ή αν γίνονται άγγελοι/ ώσπου να βρουν το στόχο τους». Επισκέπτριες και ταυτόχρονα κάτοικοι της γλωσσικής ηπείρου, μπαινοβγαίνουν στους ίδιους τους στίχους και τις αράδες των βιβλίων τους ανήσυχες, έντονα επιτελεστικές. «Είσαι η κόλλα και το αποτέλεσμα της συγκόλλησης» γράφει η Ηλιοπούλου. Eντονη στη δική της ποίηση η παρουσία της φύσης ως τοπίο, δέντρα και άνθρωποι-γεωργοί/κτηνοτρόφοι, ως ζώα και πουλιά ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα στη Γρίβα («Πριν γίνουν μουσική τα ζώα, έχουν τη δική τους φωνή»).

Στο «Σύντομο δοκίμιο για την πράξη της συλλογής» η Ηλιοπούλου ερευνά τη συλλογή «πραγμάτων που βρίσκω στο έδαφος, κυρίως στη φύση αλλά και στην πόλη: ξύλα και βότσαλα, μεταλλικά αντικείμενα, σκουπίδια, κόκαλα» ως τρόπο της ύπαρξης και, εντέλει, ως ποιητική. Τα μέρη της περιγράφονται: συλλέγω, συναντώ, συγκεντρώνω/συγκεντρώνομαι, ανταλλάσσω. Αν ο αναγνώστης αντιστοιχίσει την ενσώματη τούτη στάση στη διαδικασία της γραφής, θα βρει δικαίωση στην τελευταία φράση, όταν όλα τα παραπάνω καταλήγουν σε μια «πράξη ανταλλαγής», «κάτι βαθύτατα άφωνο που γίνεται μια προετοιμασία για την υποδοχή της φωνής». Στο σημαντικό αυτό κείμενο, που αξίζει να συζητηθεί εκτενέστερα, διατυπώνονται αρχές ποιητικής που συνοψίζουν, ταυτόχρονα, μια διακριτή προγραμματική στάση. Η Ηλιοπούλου εισηγείται μια ποίηση σε διαρκή «ανταλλαγή» –λέξη που υποβάλλει αμέσως μιαν αίσθηση δικαιωματικής ισοτιμίας των μερών– του ποιητή με τον αναγνώστη, της ύλης με το πνεύμα –έναντι, φερ’ ειπείν, μιας ποίησης– προφητείας ή μιας ποίησης-ιδεολογίας.

Eχουμε, ωστόσο, απομακρυνθεί ήδη από τις ομοιότητες και το κάθε βιβλίο ζητεί τον δικό του αναγνωστικό χώρο για να ξεδιπλωθεί. Η Ηλιοπούλου συμπλέκει ποιητική πρόζα και ποίηση για μια μελέτη του τόπου, προτείνει, δε, την περιήγηση και τη συνομιλία με παλαιούς, επώνυμους περιηγητές (Βιρτζίνια Γουλφ, Ζακ Λακαριέρ, Χανς Κρίστιαν Aντερσεν, Χούγκο φον Χόφμανσταλ – μια αποστροφή του τελευταίου χαρίζει στη συλλογή και τον τίτλο της) σε μιαν ηπειρωτική ελληνική χώρα που είναι αναγνωρίσιμη ως η Πελοπόννησος: καθ’ οδόν προς αυτήν μέσω του Ισθμού, και μέχρι τον Νότο (της). «Το πέρασμα είναι διάρρηξη», επισημαίνει στα εισαγωγικά της κείμενα για να αναρωτηθεί, αμέσως μετά: «Τι οφείλει να σπάσει;». Τα ποιήματα των ενοτήτων «Ποιήματα που βρέθηκαν στην ντουλάπα» και «Η γη του πατέρα» συνιστούν μια καλά ελεγχόμενη περιδίνηση στο εσωτερικό της ψυχής και του σώματος. Ο τόπος πάντα πρωταγωνιστής, καθώς υποδέχεται μια νέκυια και συμβάλλει σε αυτήν.

Αν η Ηλιοπούλου ταξιδεύει για να συναντήσει τους νεκρούς της και επιχειρεί, μαζί με την ανασύσταση της μνήμης και την τοπιογραφία, μιαν έρευνα για την πατρίδα ταυτόχρονα με την έρευνα για τις δυνατότητες της γλώσσας («αυτή τη χώρα που θα μείνει πάντα απερίγραπτη θα ονομάσεις πατρίδα»), η Γρίβα συγκατοικεί μαζί τους σε ένα πλαίσιο καθημερινό, οικείο. Τα ποιήματά της εισηγούνται έναν λυρισμό που συνομιλεί με εκείνον της Σίλβια Πλαθ ή της Ελζε Λάσκερ-Σίλερ, όταν πραγματεύεται το σπανιότατο στην ποίηση, ελληνική και ξενόγλωσση, ζήτημα της μητρότητας, τόσο από την πλευρά της μάνας («Επιμύθιο για ένα χάδι») όσο και από εκείνην της κόρης («Το Ρολόι»).

​​Ο τίτλος του κειμένου είναι στίχος της Κατερίνας Ηλιοπούλου από την υπό συζήτηση συλλογή.