ΒΙΒΛΙΟ

Ανισότητα, ο αέναος αγώνας εναντίον της

anisotita1

JEAN-FABIEN SPITZ
Γιατί πρέπει να αγωνιζόμαστε κατά των ανισοτήτων;
μτφρ.: Μαγδαληνή Τσεβρένη
εκδ. Πόλις, 2015

Το βιβλίο του Jean-Fabien Spitz, ενός σημαντικού Γάλλου πολιτικού φιλοσόφου, όχι από αυτούς ίσως που είναι της μόδας, εκδίδεται σε μια κομβική συγκυρία, κατά την οποία η χώρα μας καλείται να επανασχεδιάσει το κοινωνικό κράτος και τη φορολογική πολιτική της κυρίως πάνω στη βάση της βιωσιμότητας και αποδοτικότητας. Η συζήτηση όμως στη βάση μιας απροσδιόριστης αποδοτικότητας δεν δύναται να έχει αποτελέσματα, αν δεν προσδιοριστούν ταυτόχρονα οι όροι μείωσης των ανισοτήτων υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης. Ποιος δικαιούται τι και ποιος έχει υποχρέωση να συνεισφέρει και πόσο; Δίχως το πρίσμα της δικαιοσύνης, απλώς θα παραμένουμε μάρτυρες μιας ατέρμονης συζήτησης για αποδοτικά μέτρα, τα οποία ούτε οι προνομιούχοι ούτε οι μη προνομιούχοι θα δέχονται να υλοποιήσουν καθώς θα τιμωρούνται όσοι εργάζονται σκληρά, ενώ θα αφήνονται στην τύχη τους όσοι δεν φέρουν ευθύνη για την κατάστασή τους. Τα ηθικά και πολιτικά διλήμματα στον αέναο αγώνα κατά των ανισοτήτων αναδεικνύει με εξαιρετικό τρόπο ο Γάλλος φιλόσοφος παρέχοντας έναν μοναδικό οδηγό για να αξιοποιήσουμε την ιστορική ευκαιρία που μας παρουσιάζεται.

Ο Spitz προσάπτει μια σειρά από σφάλματα στην προσπάθεια της σοσιαλδημοκρατίας για μια κοινωνία ισότητας ή αλλιώς σε αυτό που έχει ονομαστεί κράτος πρόνοιας. Η σοσιαλδημοκρατία ή αλλιώς η μη κομμουνιστική Αριστερά στην Ευρώπη έως την πτώση του τείχους περιόρισε την προσπάθεια άμβλυνσης των ανισοτήτων στα θύματα ενός συστήματος εκμετάλλευσης, αλλά και στην εξίσωση άνισων αρχικών ευκαιριών της ζωής (εκπαίδευσης, εργασίας κ.λπ.).

Ερωτήματα

Αυτό που φαίνεται να ξέχασε είναι ότι, από αυτούς που ζητείται να συνεισφέρουν, δεν είναι όλοι όσοι βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση στην κοινωνία στυγνοί εκμεταλλευτές ή κληρονόμοι περιουσιών. Επίσης, αυτό που φαντάζει προβληματικό είναι όταν κάποιοι, οι οποίοι δεν είναι αδικημένοι από την «ταξική» τους καταγωγή, επιδοτούνται από το σύστημα. Δικαιούνται κάτι τέτοιο;

Τα ζητήματα αυτά επεκτείνουν και εμβαθύνουν την αντίληψή μας για την ισότητα και έχουν αναδειχθεί από τους θεωρητικούς του φιλελεύθερου εξισωτισμού και τον ελευθερισμό. Εχουν τα άτομα δικαίωμα να επωφελούνται από την τύχη να διαθέτουν κάποια φυσικά ταλέντα; Δικαιούνται να επωφελούνται από τις σώφρονες επιλογές και προσπάθειές τους, δηλαδή την αξιοσύνη τους; Φέρουν κάποια ευθύνη για τις μη συνετές επιλογές τους; Είναι η αδιαφορία του κράτους πρόνοιας, όπως το έχουμε γνωρίσει, γι’ αυτά τα ερωτήματα, που άνοιξε τον δρόμο για την έντονη αμφισβήτησή του, τη διάχυτη δυσπιστία σε ό,τι κάνει, την έλλειψη σεβασμού και εν τέλει την αποσύνθεση της πολιτικής κοινότητας. Σε μεγάλο βαθμό είμαστε μάρτυρες αυτής της αμφισβήτησης σήμερα.

Ο Spitz, αντί να οχυρωθεί πίσω από δογματικές βεβαιότητες και ιδεολογικές εμμονές, με πνευματική ειλικρίνεια και γνήσιο ενδιαφέρον παίρνει τα ερωτήματα αυτά στα σοβαρά. Δεν συμμερίζεται την αυτοκαταστροφική εν πολλοίς θέση μιας εκδοχής Αριστεράς ότι δεν υπάρχει τύχη, αλλά όλα είναι κοινωνικός ντετερμινισμός και ότι η «ευθύνη» είναι απλώς ένας μύθος, μια εφεύρεση της Δεξιάς για να τιμωρεί τους φτωχούς, καθώς οι λιγότερο ευνοημένοι είναι καταδικασμένοι να παίρνουν «ανεύθυνες» αποφάσεις. Υιοθετώντας, όπως λέει, μια μορφή προοδευτισμού, διαφορετική από το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, αντιμετωπίζει τα ερωτήματα αυτά κατά μέτωπο.

Συνεργασία πολιτών

Ετσι, δέχεται ότι η γενετική ή άλλη τυχαιότητα είναι ένας σημαντικός παράγοντας που έχει αγνοηθεί, αλλά ενώ κάποιος δεν έχει κάνει κάτι για να δικαιούται τους καρπούς αυτής της τυχαιότητας, δεν είναι άδικο να επωφελούνται τα άτομα από αυτήν. Παρ’ όλα αυτά, οφείλουν να συμβάλλουν στους μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης μέσω φορολόγησης, αφού δεν δικαιούνται να κρατήσουν όλα τα κέρδη για τον εαυτό τους στον βαθμό που το αντικείμενο της πολιτείας είναι η εγγύηση σε όλους της ικανοποίησης των βασικών αναγκών και της αυτόνομης ζωής.

Από την άλλη πλευρά, αναγνωρίζει ότι αυτοί που έχουν πάρει στη ζωή τους συνετές αποφάσεις, έχουν δηλαδή αποταμιεύσει και έχουν προοδεύσει όχι εξαιτίας της «ταξικής» τους καταγωγής, δικαιούνται τα κέρδη των επιτευγμάτων τους. Αλλά και πάλι αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι οι άνθρωποι λαμβάνουν αυτό που αξίζουν δίχως άλλο, ως άτομα, ούτε ότι η κοινωνία πρέπει να τους καταλογίζει την ευθύνη των αποφάσεων σαν να βαθμολογεί, δηλαδή «σαν να ζούμε σε ένα τεράστιο δικαστήριο», που καταδικάζει όσους απέτυχαν αναλαμβάνοντας κάποιο ρίσκο. Αλλωστε καμιά κοινωνία δεν μπορεί να προοδεύσει δίχως καινοτομία, δοκιμή και ρίσκο. Ο Spitz υπερασπίζεται μια κοινωνία όπου το κριτήριο της αξιολόγησης των ανισοτήτων είναι αν αυτές προωθούν τον στόχο της πολιτικής μας ένωσης που δεν είναι άλλος από τη συνεργασία ανάμεσα σε ελεύθερα άτομα των οποίων οι στόχοι είναι ίσης αξίας.

Οι πολίτες των σύγχρονων δημοκρατιών θέλουν να τους αποδείξουμε ότι οι μεταβιβάσεις του κοινωνικού κράτους μπορούν να υποστηριχθούν με όρους δικαιοσύνης, και το εν λόγω βιβλίο αποτελεί μια σημαντική συμβολή. Η μετάφραση της Μαγδαληνής Τσεβρένη είναι εξαιρετική. Το βιβλίο του Spitz αξίζει να διαβαστεί όχι μονάχα από αυτούς που θέλουν να εμβαθύνουν στη σύγχρονη συζήτηση για την ισότητα, αλλά και από αυτούς που στις μέρες μας φιλοδοξούν να επανασχεδιάσουν το κοινωνικό κράτος που βρίσκεται σε κρίση. Ο αγώνας κατά των ανισοτήτων είναι η συνειδητοποίηση του ότι αποδοτικότητα χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει.

* Ο κ. Κώστας Ν. Κουκουζέλης διδάσκει Φιλοσοφία του Δικαίου στο Παν. Κρήτης.