ΒΙΒΛΙΟ

Η τραυματική ενσωμάτωση στη μητέρα πατρίδα

patrida1

ΜΑΞΙΜΟΣ ΧΑΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ρωμιοί της Καππαδοκίας
Από τα βάθη της Ανατολής
στο θεσσαλικό κάμπο
εκδ. Πεδίο

Ακολουθώντας μια παράδοση η οποία ξεκινά ταυτόχρονα με τα πρώτα βήματα ανεξάρτητου βίου του νέου ελληνικού κράτους και συνεχίζεται ώς τις μέρες μας και η οποία θέλει τους πολιτικούς να ασχολούνται με την έρευνα και τη συγγραφή, εξαιρετικών -σε πολλές περιπτώσεις- έργων (όπως ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, ο Παναγιώτης Καννελόπουλος, ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου κ.ά.), ο Μάξιμος Χαρακόπουλος παρέδωσε όχι μόνο στο εξειδικευμένο επιστημονικό κοινό, αλλά και στον μέσο αναγνώστη μια νέα, βελτιωμένη και επαυξημένη έκδοση του έργου του «Ρωμιοί της Καππαδοκίας».

Οι «Ρωμιοί της Καππαδοκίας» αποτελούν τη διδακτορική διατριβή του Χαρακόπουλου όπως αυτή υπεβλήθη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο υπό την επίβλεψη του αείμνηστου καθηγητή Κοινωνιολογίας, Νεοκλή Σαρρή. Αντικείμενό της είναι η κοινωνική ένταξη των τουρκόφωνων Ελλήνων Καραμανλήδων της Καππαδοκίας -μέσα από το παράδειγμα της εγκατάστασης των προσφύγων της κοινότητας Σουλούτζοβα της επαρχίας Νίγδης Ικονίου στο Τσαμπασλάρ, (σημερινά Βούναινα του νομού Λάρισας)-στην ελλαδική πραγματικότητα μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών.

Η επιλογή του συγκεκριμένου παραδείγματος δεν έγινε τυχαία. Τα Βούναινα αποτελούν τον τόπο καταγωγής του Χαρακόπουλου. Κι όπως ο ίδιος ομολογεί, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον διαποτισμένο από ιστορικές μνήμες, περιβάλλον στο οποίο άκουγε «αντί για παραμύθια, ιστορίες από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη σφαγή της Σμύρνης» και είχε την ευκαιρία «να νιώσει τον καημό και το παράπονο των προσφύγων για τα παιχνίδια που τους επιφύλαξε η ζωή». Θεώρησε χρέος του, λοιπόν, να διασώσει τις πολύτιμες μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων, να τις φιλτράρει μέσα από την επιστημονική του ματιά και να συμπληρώσει σημαντικά κενά στη σύγχρονη ιστοριογραφία τη σχετική με το προσφυγικό ζήτημα και την Καππαδοκία ως χώρο προέλευσης τουρκόφωνων προσφύγων.

Το έργο του διακρίνεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος εξετάζει τη ζωή των Καππαδοκών προ της εξόδου και στο δεύτερο την ανταλλαγή πληθυσμών και το έπος της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, και ειδικά των Σουλοτζοβαλήδων στα Βούναινα. Ιδιαίτερα επιμένει στην ανάδειξη του προβλήματος της γλώσσας ως ανασχετικού παράγοντα κοινωνικοποίησής τους. Ο γηγενής πληθυσμός δεν είδε «με καλό μάτι» την εγκατάστασή τους και αμφισβήτησε την ελληνικότητά τους, αφού θεωρούσε τη γλώσσα απαραίτητο προσδιοριστικό της εθνικής ταυτότητας. Ετσι οι πρόσφυγες έπρεπε συνεχώς να απολογούνται για τη συστηματική χρήση της τουρκικής ως μητρικής τους γλώσσας και για την ταυτόχρονη άγνοια της ελληνικής. Γι’ αυτό κι ορθά επισημαίνει πως «το πρόβλημα της γλώσσας αποτέλεσε και την αφορμή για αφορισμούς του τύπου “τουρκόσποροι", που δέχονταν οι πρόσφυγες από τους ντόπιους Θεσσαλούς». Το τρίτο, τέλος, κεφάλαιο της έρευνάς του αναφέρεται στη νέα πατρίδα και στις δυσκολίες ενσωμάτωσης των προσφύγων (ξενοφοβία, καχυποψία, κλειστές κοινωνίες κ.ά.).

Από μια τέτοια έρευνα δεν θα μπορούσε να λείψει το Παράρτημα με την παράθεση ανέκδοτων πηγών και εγγράφων, όπως η ιδιόγραφη μαρτυρία του πρόσφυγα Χαράλαμπου Λ. Αγγλόπουλου, η οποία εντοπίσθηκε στη διάρκεια επιτόπιας έρευνας στα οικογενειακά ενθυμήματα που άφησε στα παιδιά του. Η νέα επανέκδοση συμπεριλαμβάνει επίσης επιλεγμένες φωτογραφίες και συμπληρωματική βιβλιογραφία, χρήσιμη για μια περαιτέρω έρευνα.

Την επανέκδοση προλογίζουν ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής και ο Σταύρος Ανεστίδης, διευθυντής του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών.

* Ο κ. Χαράλαμπος Β. Στεργιούλης είναι φιλόλογος – δρ Βυζαντινής Φιλολογίας ΑΠΘ.