ΒΙΒΛΙΟ

Τι (δεν) γνωρίζουμε για τα σονέτα του Σαίξπηρ

ti-den-gnorizoyme-gia-ta-soneta-toy-saixpir

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ
Τα Σονέτα
εισαγωγή-μτφρ.: Λένια Ζαφειροπούλου
εκδ. Gutenberg, δίγλωσση έκδοση

Στην αποκλειστική προδημοσίευση, που παραχωρήθηκε στην «Κ», παίρνουμε γεύση από την εισαγωγή της μεταφράστριας και επιμελήτριας του φροντισμένου τόμου των εκδόσεων Gutenberg, καθώς και από τα ίδια τα θρυλικά σονέτα. Για αρχή όμως:

«Ποιος είναι ο Mr. W.H. στον οποίο αφιερώνει ο Thomas Thorpe [ο εκδότης των σαιξπηρικών σονέτων] το έργο; Πρέπει το πρόσωπό του να ταυτίζεται με τον νεαρό άνδρα των σονέτων; Υπήρξε όντως ένας εραστής, αριστοκράτης και μαικήνας και άλλων αντίπαλων ποιητών όπως υπαινίσσονται τα ποιήματα; Εχει νόημα να αναζητείται ο Mr. W.H. στο πρόσωπο του Henry Wriothesley, κόμη του Southampton ή του William Herbert, κόμη του Pembroke; Πώς είναι όμως δυνατόν να προσφωνεί ο Thorpe έναν κόμη απλώς “Mr.”, όταν σε άλλη έκδοση τον προσφωνεί “your Lordship” έξι φορές μέσα σε μία παράγραφο; Ενα απλό “Mr.” μοιάζει απίθανο για την εποχή, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο Thorpe ήθελε να κρύψει τον κόμη για να μη φαίνεται αποδέκτης ομοφυλοφιλικών ποιημάτων. Κι εδώ ερχόμαστε σε ένα απ’ τα πιο εμπορικά ερωτήματα γύρω απ’ τα σονέτα: Αν υποθέσουμε ότι ο νεαρός άνδρας υπήρξε, είχε ο Σαίξπηρ ολοκληρωμένες ερωτικές σχέσεις μαζί του; Ηταν ο ποιητής ομοφυλόφιλος; Μια στιγμή. Μήπως το ίδιο το ερώτημα είναι άτοπο και άκαιρο για το 1609; Κανείς στην ελισαβετιανή εποχή δεν αυτοπροσδιοριζόταν βάσει της σεξουαλικής του ταυτότητας. Η διαπιστωμένη “σοδομία” επέσυρε ποινή θανάτου και οι μυστικές υπηρεσίες χρησιμοποιούσαν ευχαρίστως αυτήν την κατηγορία όταν ήθελαν να ξεφορτωθούν εύκολα και γρήγορα προδότες, αιρετικούς ή κάθε είδους “εχθρούς του κράτους”. Ξέρουμε όμως ότι τον ύστερο 16ο αιώνα οι σχέσεις μεταξύ ανδρών ήταν πολύ διαχυτικές και σωματικές: Οι φίλοι μοιράζονταν τα δωμάτια και τα κρεβάτια τους, φιλιούνταν και αγκαλιάζονταν γενναιόδωρα και αντάλλασσαν όρκους φιλίας που δεν απείχαν πολύ από το ερωτικό εγκώμιο. Στους κύκλους των λογίων και της αριστοκρατίας λατρεύονταν τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη του αρσενικού εφηβικού κάλλους και η ποίηση της εποχής είναι γεμάτη από τις μορφές του Γανυμήδη ως ιδανικού νεαρού άνδρα».

Ο προκλητικός τίτλος της εισαγωγής της, «Τι (δεν) γνωρίζουμε για τα σονέτα», από όπου και το πιο πάνω απόσπασμα, προδιαθέτει ήδη για την τολμηρή εκ μέρους της Λένιας Ζαφειροπούλου προσέγγιση του άθλου που αποτελεί η μετάφραση στα ελληνικά του συνόλου των σαιξπηρικών σονέτων. Ετος Σαίξπηρ το φετινό, καθώς συμπληρώνονται 400 χρόνια από τον θάνατο του μεγαλύτερου, ίσως, συγγραφέα των νεότερων χρόνων και το ελληνικό αναγνωστικό κοινό έρχεται, μέσω της μετάφρασης αλλά και της εισαγωγής και του υπομνηματισμού των 154 σαιξπηρικών σονέτων, αντιμέτωπο με πλήθος ερωτημάτων και απαντήσεων, που ανοίγουν δρόμους στην απόλαυση των θρυλικών κειμένων. Κυρίως όμως έρχεται σε επαφή με τα ίδια τα σονέτα. Αν εξαιρέσουμε την πάλαι ποτέ μετάφραση των Ρώτα-Δαμιανάκου, που ναι μεν διαθέτει ποιητικότητα, αντιμετωπίζει όμως, για χάρη της με μεγάλη ελευθερία το ζήτημα του νοήματος, δεν έχουμε, ώς τώρα, παρά αποσπασματικές προσπάθειες να αποδοθούν τα σαιξπηρικά σονέτα στα ελληνικά από τους Στυλιανό Αλεξίου, Διονύση Καψάλη και Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη. Η Ζαφειροπούλου –γι’ αυτό άλλωστε κάνουμε λόγο για άθλο– επιχειρεί ταυτόχρονα τρία πράγματα: μεταφράζει το σύνολο των σονέτων, μεταφράζει με μέτρο και ομοιοκαταληξία, μεταφράζει πιστά ως προς το νόημα και το ύφος. Κι ας προστεθεί στα παραπάνω ένας γερός υπομνηματισμός, που βοηθά ακόμη περισσότερο την κατανόηση σημείων σκοτεινών και αβέβαιων.

Η «μαύρη κυρία»

«Ενας ανελέητος πόλεμος κατά της κοινοτοπίας, αντιπερισπασμός στα καλλιπάρθενα πρότυπα του αυλικού έρωτα, είναι και η εμμονή τού ποιητή για τη μαύρη κυρία του: Ενα ισχυρό ράπισμα στο αναγεννησιακό κλισέ fair = ξανθή = ωραία» γράφει η Ζαφειροπούλου, προσεγγίζοντας με ανατρεπτική διάθεση τη διάσημη «μαύρη κυρία» που, μαζί με τον άνδρα, είναι τα δύο αντικείμενα ερωτικού πόθου των σονέτων. «Και ιδού η αντικαλλονή των σονέτων: ούτε ξανθή, ούτε αέρινη, ούτε σεμνή, ούτε αγνή, ούτε καν καλότροπη. Ενα σκοτεινό πνεύμα που μπορεί να αποπλανήσει τον φωτεινό νεαρό τού πρώτου μέρους, όχι μόνο βάζοντας τον ποιητή σε δεινά, αλλά και δίνοντάς του την ευχαρίστηση να συμπυκνώσει ακόμη περισσότερο την τέχνη του, χωρώντας δύο εμμονές μαζί μέσα σε 14 στίχους. […] Πάντως, ο ποιητής θρηνεί τόσο ξεκαρδιστικά που ’πεσε στα δίχτυα αυτού του θηλυκού δαίμονα κι αυτός κι ο λαμπρός του φίλος, που αποκλείεται να σοβαρολογεί με όλα αυτά».

Σονέτο 18

Να σε συγκρίνω με μια μέρα τού καλοκαιριού;
Είσαι γλυκύτερος εσύ και πιο ισορροπημένος.
Ταράζουν άνεμοι σφοδροί τα ανθύλλια τού Μαγιού·
Μικρή είν’ του θέρους η ζωή κι ο χρόνος μετρημένος.
Είναι φορές που τ’ ουρανού άγριο το μάτι καίει,
Αλλοτε η λάμψη του η χρυσή σβήνει απ’ τα μάγουλά του·
Κι όπως τυχαία κι άστατα πάντοτε η φύση ρέει,
Εκπίπτει κάθε τι όμορφο από την ομορφιά του.
Αλλά το αιώνιο θέρος σου ποτέ δε θα ξεφτίσει,
Την κατοχή τού κάλλους σου ποτέ σου δε θα χάσεις.
Ο Χάρος δε θα καυχηθεί στη σκιά του πως βαδίζεις,
Τον χρόνο μες σ’ αιώνιες γραμμές θα ξεπεράσεις.
Οσο μπορεί μάτι να δει και άνθρωπος να νιώσει,
Τόσο θα ζει και τούτο εδώ, ζωή για να σου δώσει.

Σονέτο 147

Η αγάπη μου σαν πυρετός είναι που όλο ποθεί
Αυτό που την αρρώστια της θάλπει και παρατείνει,
Τροφοδοτώντας το κακό μ’ ό,τι το διατηρεί,
Και την στρεβλή μου όρεξη που μια ζητά μια φθίνει.
Κι ο νους μου, του έρωτα γιατρός, φρικτά εξοργισμένος
Που δεν τηρώ τις συνταγές, μακριά μου έχει τρέξει.
Κι εγώ το παραδέχομαι πλέον απελπισμένος:
Χάρος ο πόθος· κι η ιατρική τον έχει απαγορεύσει.
Ετσι αφού ο Νους αδιαφορεί, ανίατος έχω γίνει,
Και σαν παράφρων μαίνομαι· ποτέ δεν ησυχάζω.
Σαν του τρελού είν’ τα λόγια μου, η σκέψη μου μ’ αφήνει·
Μακριά από την αλήθεια πλανιέται ό,τι εκφράζω.
Γιατί σ’ ορκίστηκα όμορφη, σε σκέφτηκα λαμπρή,
Και μαύρη είσαι σα κόλαση· σαν νύχτα σκοτεινή.