ΒΙΒΛΙΟ

Ενα πολύτιμο δώρο

ena-polytimo-doro-2126610

ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΡΟΥΑ
Ο δρόμος για το Αλταμόν
μτφρ.: Φοίβος Ι. Πιομπίνος
εκδ. Θίνες

«Εκείνο που μας κάνει να είμαστε τόσο μακριά οι μεν από τους δε σε τούτη τη ζωή οφείλεται αναμφίβολα στο ότι έχουμε σχεδόν όλοι μας δίκιο, ο ένας εναντίον του άλλου». Η «μαμά» της ηρωίδας στον «Δρόμο για το Αλταμόν» στέκεται ανάμεσα στις γενιές, είναι «ανάμεσα σ’ εκείνους που προηγήθηκαν και σ’ εκείνους που έπονται, ακριβώς στη μέση».

Και ίσως, όπως λέει η Γκαμπριέλ Ρουά (1909-1983), η γαλλόφωνη Καναδέζα συγγραφέας, να είναι αυτή η «μέση», το «φωτεινότερο κομμάτι της ζωής». Τρεις ιστορίες έχει ο «Δρόμος για το Αλταμόν» (από τις όμορφες εκδόσεις «Θίνες» στην υποδειγματική, βαθιά και συγκινητικά λεπτοδουλεμένη μετάφραση του Φοίβου Ι. Πιομπίνου). Και οι τρεις συνδέονται με την αυτοβιογραφική ματιά της Γκαμπριέλ Ρουά στην αραιοκατοικημένη Μανιτόμπα, κάτω από τεράστιους ουρανούς, μαγικές λίμνες και κινούμενους λόφους. Η φύση επιδρά ψευδαισθητικά, αλλά αυτό που κυριαρχεί στη γραφή της σπάνιας σε ακρίβεια και ελευθερία και εμβάθυνση Γκαμπριέλ Ρουά, είναι ο εαυτός που επιτρέπει να εκπλήσσεται.

Η γαλλόφωνη λογοτεχνία του Καναδά, ίσως όχι τόσο διαδεδομένη, είναι και αυτή ένας ολόκληρος κόσμος. Το πρώτο βιβλίο της Γκαμπριέλ Ρουά που διαβάσαμε στα ελληνικά («Ιστορίες από την οδό Ντεσαμπώ», εκδ. Μαΐστρος, μτφρ. Φ. Ι. Πιομπίνος) ήταν μια αποκάλυψη. Και το δεύτερο, τώρα με τον «Δρόμο για το Αλταμόν», υπήρχε η προέκταση, η εμβάθυνση και η επιβεβαίωση.

Η σχέση του μικρού κοριτσιού με τους ηλικιωμένους ανθρώπους δίνει στα δύο πρώτα διηγήματα του βιβλίου δύο αξέχαστα πορτρέτα. Της γιαγιάς του κοριτσιού, που είναι ένας κόσμος σοφίας και ανατροπής, και ενός μεγάλης ηλικίας κυρίου, με τον οποίον μαζί κινούν να δουν τη λίμνη που στοιχειώνει τη φαντασία. Στο τρίτο διήγημα, η μεγάλη πια κόρη αντιμετωπίζει τη μητέρα της.

Ο τρόπος που η Γκαμπριέλ Ρουά γράφει για τις γενεές, χωρίς κανένα στερεότυπο, χωρίς κουραστικές επαναλήψεις και χιλιοειπωμένους συναισθηματισμούς, την ανεβάζει αυτομάτως στη βαθμίδα ενός στοχασμού που γεμίζει τον αναγνώστη αισθήματα και σκέψεις. Η ατμόσφαιρα της μικρής καναδικής ζωής σε ένα τοπίο αχανές θυμίζει κατά τόπους το «My Antonia» της Γουίλα Κάθερ (1918), όπου εκεί τον ρόλο της Μανιτόμπα έπαιζε η Νεμπράσκα. Η σχέση της μικρής κοπέλας με τη γιαγιά της και κυρίως με τον εβδομηντάχρονο κύριο, που στα μάτια της είναι αρχαίος όσο και η μυθική λίμνη που επισκέπτονται, θυμίζει αρχέγονες ιστορίες αταβιστικής σχέσης γενεών, όπου η παρένθετη γενεά των γονέων σμικρύνει και αδυνατίζει για να δυναμώσει και να γιγαντωθεί το πλέγμα ανάμεσα στον παππού ή τη γιαγιά και το εγγόνι. Αυτός ο μυστικός κώδικας, που όταν επιτυγχάνεται είναι ευλογία, μου θύμισε τη σχέση εγγονής και παππού στη «Γη της Βοιωτίας» της Λιλίκας Νάκου. Και το αναφέρω αυτό για να καταδείξω τις βαθιές διατομές της λογοτεχνίας και της οριζόντιας διαδρομής των συνειρμικών δυνάμεων.

Η Γκαμπριέλ Ρουά, όμορφη σαν ηθοποιός του ’40, μας άφησε ένα πολύτιμο δώρο.