ΒΙΒΛΙΟ

Εργο μεγάλης αγάπης

Εργο μεγάλης αγάπης

Η ​​ζωή της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν (1901-1989) αποτελεί από μόνη της πολύ ισχυρή τεκμηρίωση της συγγένειας των δύο πολιτικών συστημάτων που ρήμαξαν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων τον 20ό αιώνα: του κομμουνισμού και του ναζισμού. Αυτήν την οργανωμένη, από τα είκοσι χρόνια της, κομμουνίστρια, ο επαναστατικός άνεμος της ιστορίας θα τη φέρει το 1935 στη Μόσχα, όπου τον Απρίλιο του 1937 θα συλληφθεί ο άντρας της Χάιντς Νόυμαν, υψηλόβαθμο στέλεχος της Κομιντέρν –θα εκτελεστεί λίγους μήνες αργότερα, όπως θα μάθουμε το 1988–, και τον Ιούνιο του 1938 θα συλληφθεί και η ίδια. Στην Καραγκάντα, στις στέπες του Καζαχστάν, θα γνωρίσει την κομμουνιστική εκδοχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Μετά την υπογραφή του γερμανοσοβιετικού Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, οι Σοβιετικοί θα την παραδώσουν στους Ες Ες, τον Φεβρουάριο του 1940, μαζί με άλλους τριάντα –δεν ήταν βεβαίως οι μόνοι– Γερμανούς και Αυστριακούς κομμουνιστές. Θα μεταφερθεί στο Ράβενσμπρουκ, όπου θα γνωρίσει τη ναζιστική εκδοχή των στρατοπέδων.

Τη διττή αυτή εμπειρία του ίδιου πράγματος θα την καταγράψει η Μπούμπερ-Νόυμαν στο βιβλίο της «Φυλακισμένη του Στάλιν και του Χίτλερ: Ενας κόσμος στο σκοτάδι», που θα πρωτοκυκλοφορήσει το 1948 στη Σουηδία, μεταφρασμένο στα σουηδικά. Το πρώτο μισό του βιβλίου, υπό τον τίτλο «Εξόριστη στη Σιβηρία», έχει εκδοθεί και στα ελληνικά, δύο μάλιστα φορές, από τροτσκιστικές εκδόσεις (Νέοι Στόχοι, 1971, και Εργατική Πάλη, 2006), για τους δικούς τους πολιτικούς στόχους. Το άλλο μισό δεν εκδόθηκε ποτέ. Κάτι παρόμοιο έγινε και στη Γαλλία, όπου τα δύο μέρη εκδόθηκαν χωριστά και ποτέ μέχρι σήμερα το βιβλίο δεν εκδόθηκε ενιαίο. Η χωριστή έκδοση των δύο μερών είναι προφανώς απαράδεκτη, γιατί ακυρώνει την κεντρική πολιτική ιδέα του βιβλίου και όλης της ζωής της Μπούμπερ-Νόυμαν, ότι δηλαδή τα δύο αυτά καθεστώτα, παρά τις μεγάλες διαφορές της ιστορικής γένεσής τους, αποτελούν όψεις του ίδιου πολιτικού φαινομένου, το οποίο η Χάνα Αρεντ και άλλοι πολιτικοί στοχαστές θα ονομάσουν ολοκληρωτισμό.

Η πρόσφατη υποδειγματική έκδοση του βιβλίου της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν «Μίλενα από την Πράγα» (Κίχλη – Τα πράγματα, Δεκέμβριος 2015) αποτελεί πολύτιμο δώρο προς τους Ελληνες αναγνώστες.

Είναι πολύτιμο αρχικά ως μαρτυρία για το γυναικείο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ (μια πολύ σύντομη αλλά πυκνή περιγραφή του βλ. στο σπουδαίο βιβλίο του Nikolaus Wachsmann, «Kl: A History of the Nazi Concentration Camps», Farrar, Straus and Giroux, 2015, σ. 226-229). Ξεχωρίζουν οι σελίδες για τις κρατούμενες μάρτυρες του Ιεχωβά, για τη νοοτροπία και τη συμπεριφορά των κομμουνιστριών και, κυρίως, για τη σεξουαλική ζωή των κρατουμένων γυναικών.

Το βιβλίο όμως υπερβαίνει κατά πολύ τη στρατοπεδική μαρτυρία, χωρίς ποτέ να την ακυρώνει. Η ξεχωριστή σημασία αυτού του βιβλίου είναι πως αποτελεί συγκλονιστική πράξη αγάπης. Η συγγραφέας θα συναντήσει στο Ράβενσμπρουκ τη Μίλενα Γιέσενσκα και θα αναπτυχθεί ανάμεσά τους θερμή ερωτική φιλία. Η Μπούμπερ-Νόυμαν θα φτάσει να μακαρίσει τη μοίρα της –ακούγεται ως ύβρις– που οδηγήθηκε στο Ράβενσμπρουκ, γιατί εκεί της δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει τη Μίλενα. Η Μπούμπερ-Νόυμαν θα βγει ζωντανή από το στρατόπεδο τον Απρίλιο 1945, αλλά χωρίς τη Μίλενα, που πεθαίνει τον Μάιο 1944, σε ηλικία 48 χρονών, από νεφρική ανεπάρκεια. Τις παραμονές του θανάτου της θα ζητήσει από τη Μαργκαρέτε να μιλήσει γι’ αυτήν στον κόσμο με επιείκεια.

Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα (1963) θα κυκλοφορήσει το βιβλίο τής Μπούμπερ-Νόυμαν για τη Μίλενα. Ολο το βιβλίο, από την πρώτη αράδα μέχρι την τελευταία, το διαπερνά η αγάπη για τη χαμένη φίλη. Η «Μίλενα από την Πράγα» είναι ένα βιβλίο αγάπης και για την αγάπη. Η Μαργκαρέτε δεν θα αρκεστεί να μιλήσει για τη Μίλενα του στρατοπέδου, αλλά για όλη τη ζωή της. Θα φροντίσει να μάθει για την οικογένειά της, τα παιδικά χρόνια, τους έρωτές της, τη δουλειά της, θα βρει και θα διαβάσει τα γραπτά της. Θα μας πει τη ζωή της με αγάπη. Δεν την κακίζει για τίποτε, για καμιά τρέλα, ιδιοτροπία, ακρότητα ή κακομαθησιά της. Την καταλαβαίνει καλύτερα, επειδή την αγαπάει πολύ. Η αγάπη μπορεί πολλά, μα δεν μπορεί τα πάντα: η αγάπη της Μαργκαρέτε για τη Μίλενα δεν θα τη σώσει από τον θάνατο. Θα σώσει όμως την ίδια, που κρατήθηκε στη ζωή για να φροντίζει τη Μίλενα (σ. 277).

Η Μίλενα Γιέσενσκα ήταν ένα πλάσμα με ορμητική αγάπη για τη ζωή (σ. 131). Μια επιλογή κειμένων της, από την κρίσιμη ευρωπαϊκή εικοσαετία 1919-1939, έχει εκδοθεί στα γαλλικά, με τον τίτλο «Vivre» (Lieu Commun, 1986). Σωστά. Αυτό λέει η Μίλενα στον καθένα μας, με τα γραπτά της και κυρίως με την ίδια τη ζωή της: «να ζεις», «ζήσε». Σε αυτήν τη γυναίκα που ήταν γεννημένη για τη χαρά, τον έρωτα, τις απολαύσεις, τη φιλία, που η αγάπη για τη ζωή δονούσε κάθε ίνα της, η ζωή αυτή δεν στάθηκε το ίδιο γενναιόδωρη, δεν της ανταπόδωσε την αγάπη που της είχε. Τη βρήκαν πολλά βάσανα. Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία.

Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο ωραία, είναι και άδικη και τραγική. Η Μίλενα Γιέσενσκα γνώρισε και τις δύο όψεις της, την ευφρόσυνη και την αδυσώπητη, τη φωτεινή και τη μαύρη. Δεν τη μακαρίζω, μα ούτε και σφίγγεται η καρδιά μου όταν διαβάζω τη ζωή της, όπως την ιστορεί η φίλη της σε τούτο το βιβλίο. Οφείλεται μάλλον και αυτό στην αγάπη με την οποία είναι γραμμένο.