ΒΙΒΛΙΟ

Τραγούδια που δεν τελειώνουν

Τραγούδια που δεν τελειώνουν

​​Το ωραίο με τα τραγούδια που αγαπάς είναι ότι μπορείς να τα ακούς, ξανά και ξανά. Συμβαίνει και με κάποια βιβλία ή ταινίες, να επανέρχεσαι σ’ αυτά. Ενα τραγούδι όμως δεν σε αγχώνει – ο χρόνος που απαιτεί είναι ελάχιστος· δεν απλώνεται, έχει όμως βάθος ο χρόνος ενός τραγουδιού διότι τον διαστέλλει και αντί ο χρόνος να είναι –ένα ακόμη– αγχωτικό, αργό ή γρήγορο, πέρασμα, μ’ ένα αγαπημένο τραγούδι που επαναλαμβάνεται, ο χρόνος μετατρέπεται σε διάρκεια.

Με σημείο εκκίνησης ένα ποστ του Νικόλα Σεβαστάκη στο facebook, αλλά και εκκινώντας από τη φιλμική «Νιότη» του Σορεντίνο, ο κύριος Γκρι είχε χαλάσει τον κόσμο με το «Ceiling Gazing» (Το ταβάνι τη νύχτα χαζεύοντας, 15.11.2015), το τραγούδι των Mark Kozelek και Jimmy Lavalle, απ’ το άλμπουμ «Perils from the Sea» (2013). Εκτοτε ακούμε συχνά τον συγκεκριμένο δίσκο, εγώ όμως πιέζω το κουμπί του repeat σ’ ένα άλλο τους κομμάτι, το «Κάπως κάπου το θαύμα της ζωής επικρατεί πάντοτε» (Somehow the wonder of life always prevails).

Ο κύριος Γκρι λέει πως είναι ένα υπνωτιστικό κομμάτι, την ίδια στιγμή όμως φορτίζει αναπάντεχα κάθε κοιμισμένο σου κύτταρο. «Αντιφατικό και κάπως ζεν, δεν βρίσκεις; Εκεί όπου ελέγχεις να ελέγχεσαι· εκεί όπου οδηγείς να αφήνεσαι, να γίνεσαι ένα με τη ροή».

Δεν είναι μόνον η υποβλητική σύνθεση και το ήπιο, γλυκό ηλεκτρονικό arrangement του Lavalle, είναι και οι στίχοι του Kozelek που πάντοτε αφηγούνται μιαν ή περισσότερες ιστορίες. «Αυτό αγαπώ στον στίχο του.

Είναι πεζές προτάσεις όπου κάτι γίνεται, κάτι συμβαίνει», σχολιάζει ο κύριος Γκρι με νόημα.

Το τραγούδι είναι όντως ένα πεζό με πολλές εγκιβωτισμένες ιστορίες: ένας παλιός συμμαθητής με ταραγμένη εφηβεία και βίαιο τέλος· πώς μια Ημέρα των Ευχαριστιών, παιδί ακόμη, ο ίδιος ο Κόζαλεκ τσακώθηκε με τον πατέρα του κι έφυγε απ’ το σπίτι – κι ακόμα: η σκέψη ότι φέτος είναι η δέκατη επέτειος του θανάτου μιας αγαπημένης φίλης· τέλος, η μοναξιά που τον διαπερνά στη θέση ενός Μπόινγκ, πάνω από τη Βαλτική.

«Μέσα σε όλες τις αγωνίες και τις κακουχίες ένιωσα πως κάπως κάπου το θαύμα της ζωής πάντοτε επικρατεί», καταλήγει, όταν κάθε Χριστούγεννα λαμβάνει φωτογραφίες της κόρης της πεθαμένης του φίλης και πόσο μοιάζει στη μητέρα της χρόνο με τον χρόνο· έπειτα, ή η μοναξιά και η αδημονία του, χιλιάδες πόδια ψηλά, μόνος, καθισμένος στην οικονομική θέση, στο αεροπλάνο, επειδή σύντομα θα ξαναδεί την κοπέλα του.

«Κάθε μέρα, βγαίνω και περπατάω/ Κάθε μέρα, τηλεφωνώ σε κάποιον και του μιλώ/ (…) Θεέ μου, δεν θα μπορούσα να ζητήσω τίποτα περισσότερο, τα μάτια μου δεν θέλουν τίποτε άλλο/ Θεέ μου, πέρασα τη μισή μου ζωή, παρατηρώντας τους γλάρους να πετούν, τα φέρι και τις βάρκες να πλέουν/ (…) Και στην Γκόλντεν Γκέιτ και στην προκυμαία του Οκλαντ, με όλα αυτά τα σκάφη να σαλπάρουν, το θαύμα της ζωής πάντοτε επικρατεί».

Διάρκεια· η λυτρωτική ανακούφιση ότι ο τρόμος ενός επικείμενου τέλους απαλύνεται: το τέλος αποκτά, έστω και προσωρινά, την πρωταρχική του έννοια – γίνεται σκοπός, νόημα. Αυτή η σπάνια και ακριβή πληρότητα.