ΒΙΒΛΙΟ

Η ελεγεία της ασημαντότητας

krttiki

ΝΙΚOΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤAΚΗΣ
Αντρας που πέφτει
εκδ. Πόλις

Η ​​απώλεια προκαλεί το σώμα, το δοκιμάζει, το καταπονεί. Μια αβίωτη (με την έννοια της ανυπόφορης) απώλειας κάνει τον έναν να χάνει τα μαλλιά του, τον άλλον να ασθενεί σωματικά, τον τρίτο να διαλύεται νευρολογικά. Oπως ο ήρωας του πρώτου αφηγήματος από τη συλλογή του Ν. Σεβαστάκη, ο Μάνος, ο «άνθρωπος που πέφτει»: εγκαταλελειμμένος από τη γυναίκα του (που τον στοιχειώνει, μην παύοντας ποτέ ως εικόνα ή αίσθηση να τον επισκέπτεται), αντιμέτωπος με τη συγκατάβαση, αν όχι την ειρωνεία των συναδέλφων του, μόνος, ο ήρωας του ομώνυμου αφηγήματος εκεί που δεν το περιμένει νιώθει μια άγνωστη δύναμη να τον αναρπάζει και να τον σωριάζει στο έδαφος, ημιλιπόθυμο. Κι αν ξανασηκώνεται, ξεσκονίζοντας τα ρούχα του σαν τίποτα να μη συνέβη, η πτώση του μοιάζει ατέρμονη, μια συνεχής περιδίνηση στο κενό. Αυτή που ταλανίζει και τους άλλους ήρωες του βιβλίου, ανθρώπους ηττημένους, ρουφηγμένους από την καθημερινότητα, ακυρωμένους από τις εξωφρενικές αλλά διόλου ανταποδοτικές απαιτήσεις της, με μαραμένο το θυμικό, ακροβάτες του ασήμαντου.

Ενας ληξίαρχος που διαλέγει την αυτοκτονία ως υπέρτατη πράξη αυτοπραγμάτωσης, έχοντας προηγουμένως πορευτεί στον δρόμο της καρτερίας και της σιωπής. Μια γυναίκα, στο κατώφλι των γηρατειών, που παρά το κύλισμα του χρόνου διατηρεί ένα «αλώβητο εφηβικό κορμί σε μια κρυφή αποθήκη», ένα κορμί που λαχταρά το χάδι, ένα βλέμμα που αποζητεί το ωραίο, μια σπαραγμένη ζωή που σκιρτά παρά τις ματαιώσεις της. Ο γιος ενός μετανοημένου πληροφοριοδότη της ασφάλειας που πλησιάζει τον γιο ενός από τα θύματα του πατέρα του, σε μια ασύνειδη, μάλλον, απόπειρα συγγνώμης. Ενας πατέρας, απών στην πραγματική ζωή σε μια διαρκή μεταθανάτια συνομιλία με την κόρη του – μια θωπευτική φασματική παρουσία που αντιστρέφει την αμλετική αγωνία. Ενας εξόριστος που «έζησε κατάσαρκα την Ιστορία» και κατάφερε ν’ αντέξει, αναπολώντας την ομορφιά μιας γυναίκας. Ανθρωποι που περιμένουν στην ουρά για κάποια ασήμαντη γραφειοκρατική δουλειά, όταν, αίφνης, η ορθοστασία και ο απαυδισμός μετατρέπονται σε μια προσδοκία, μια αναμονή για κάτι σημαντικότερο –αδιευκρίνιστο τι είναι αυτό– ένα σήμα, ένα σημάδι, ένα νεύμα που, βέβαια, δεν έρχεται ποτέ.

Ιστορίες ματαίωσης και απώλειας αφηγείται ο Ν. Σεβαστάκης, πυκνώνοντας τον χρόνο, επανεγγράφοντας τα μνημονικά ίχνη στο παρόν της αφήγησης, μετατρέποντας την αναπόληση σε αναβίωση μηδαμινών σκηνών και λησμονημένων αισθήσεων, δημιουργώντας ένα αχνό πλαίσιο ιστορικών και πολιτικών σημάνσεων που παραμένει δευτερεύον, όσο αναγκαίο και αν είναι ώστε να ενσαρκωθούν σε σώμα πειστικό οι ήρωές του. Οι συνειρμοί, στους οποίους εγκαταλείπεται κατά καιρούς ο αφηγητής, πάντα λειτουργικοί, δεν ενδίδουν ποτέ στον πειρασμό της απεραντολογίας. Ο συγγραφέας δεν παρεκκλίνει, δεν χάνει το κέντρο του.

Φαντάσματα γνέφουν από μακριά, σύζυγοι και εραστές που χάθηκαν για πάντα, νεκροί που παραμένουν ζωντανοί όσο τους μνημονεύουμε, πατέρες, κυρίως, που σε μια εποχή έκπτωσης του πατρικού ιδεώδους διεκδικούν, στις σελίδες του, το συμβολικό τους βάρος. Ο ρεαλισμός του, που επενδύει στην ατμόσφαιρα μάλλον, παρά στην πλοκή, είναι πολλαπλά αισθησιακός: εικόνες και μυρωδιές, τόποι (η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, το νησί που αποπνέει αρμύρα, κατράμι και μίνιο), αλλά και εσωτερικά τοπία με πλούσια βλάστηση. Ο Σεβαστάκης παρατηρεί τους ανθρώπινους μικρόκοσμους με βλέμμα καλόγνωμα επιεικές, αποδραματοποιώντας τα πάθη τους, προπάντων αποφεύγοντας την αισθηματολογία ή τις εντυπωσιοθηρικές εξάρσεις.

Αλλά εκείνο που κάνει τη συλλογή του Ν. Σεβαστάκη τόσο ξεχωριστή, πέρα από τις συγγραφικές της αρετές, είναι η ενσυναίσθηση, η συμπάθεια προς τα ανθρώπινα – και πάνω απ’ όλα η αναζήτηση του ενύπαρκτου, στον άνθρωπο, καλού. «Κι ίσως», γράφει στο αφήγημα «Το ανώφελο της αλήθειας», «μόνο αυτή η βεβαιότητα για το καλό, η αθεμελίωτη και κλονισμένη, ίσως αυτή η παράλογη εμπιστοσύνη που έρχεται στον πάτο της καχυποψίας και της σιχασιάς, μόνο αυτή να αξίζει την πίστη ημών των απίστων». Μόνο αυτή.