ΒΙΒΛΙΟ

Από ξενιτιά σε ξενιτιά

apo-xenitia-se-xenitia-2130489

Στη μνήμη του Σάββα Παύλου

ΒΑΣΟΣ Ν. ΠΤΩΧΟΠΟΥΛΟΣ
Περιπλανώμενος
δυστυχισμένος
εκδ. Κουκκίδα

Η γιαγιά Λεωνόρα είχε έναν μεγάλο καημό. Τον αδελφό που χάθηκε στη Μικρασιατική Καταστροφή. «Ταινία ολόκληρη αυτή η γυναίκα, η ζωή της, η ζωή του σύγχρονου ελληνικού έθνους. Γεννήθηκε στον Πόντο, έζησε στην Καρπασία, μετά στην Αγγλία και θάφτηκε στο ελληνορθόδοξο νεκροταφείο του Hendon. Ολα σε μια ζωή». «Περιπλανώμενος δυστυχισμένος» και ο εγγονός της Βάσος Πτωχόπουλος, όπως το δηλώνει με τον τίτλο του βιβλίου του. Πρώτα στην Αγγλία, όπου μετανάστευσε με την οικογένειά του σε ηλικία 12 ετών, το 1962, δύο χρόνια μετά την Ανεξαρτησία της Κύπρου, και από το 1982 στη Λευκωσία, άλλη μια ξενιτιά κοντά στη Γιαλούσα, το κατεχόμενο χωριό του.

Ανοίγοντας τις στρόφιγγες της μνήμης, ο συγγραφέας ανασύρει βιωματικές εμπειρίες, οι οποίες παρουσιάζονται σε αυτοτελείς ιστορίες, με πρόταξη των στίχων ενός τραγουδιού. Για τον φιδογητευτή παππού του Ανδρέα ήταν το σμυρνέικο «Τι σε μέλει εσένανε». Το τραγουδούσε για να απαλύνει τον πόνο του, ατενίζοντας από τη Γιαλούσα τα βουνά του Ταύρου στη Μικρά Ασία, την παλιά του πατρίδα. Οι ανοιχτόκαρδοι Γιαλουσιώτες λάτρευαν τον Καζαντζίδη, μεγάλη αγάπη και του συγγραφέα, που βασανιζόταν στην Αγγλία όταν άρχισε να ελκύεται από τους Αμερικανούς με τα μπλουζ και τα γκόσπελ, αλλά και από αγγλικά συγκροτήματα, «του εχθρού». Βάφτισε Προκόπη Δυλινό τον Μπομπ Ντίλαν και Μιχάλη Ιαγουάριο τον Μικ Τζάγκερ και ησύχασε η ψυχή του.

Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός διατρέχουν το αυτοαναφορικό χρονικό του Πτωχόπουλου. Οπως και η τρυφερότητα, με την οποία θυμάται προσφιλείς συγγενείς, παλιούς συμμαθητές, φίλους αλλά και ταλαιπωρημένους ανθρώπους που γνώρισε στις περιπλανήσεις του. Στην πρώτη ενότητα, αφιερωμένη στον παράδεισο της Γιαλούσας, ξεχωριστή ανάμνηση αποτελεί το σινεμά «Ευαγόρας», το «πανεπιστήμιο» του χωριού. Εκεί έβλεπε με τους συμμαθητές του τις ταινίες του Κακογιάννη και φούντωνε η αγάπη τους για την Ελλάδα, εκεί «γεννήθηκε το φυτώριο των νέων αγωνιστών της ΕΟΚΑ».

Ακολουθούν οι ενότητες από τη ζωή του στην Αγγλία, στη Θεσσαλονίκη και στη Λευκωσία. Δύσκολα τα πρώτα χρόνια στην πόλη Μάργκρεϊτ με την κατασκότεινη θάλασσα, τον ρατσισμό από τα «Εγγλεζούθκια» στο σχολείο. Μοναδική ανάσα, οι πρώτοι αλλοδαποί φίλοι. Στις αφηγήσεις από το Λονδίνο ξετυλίγεται η ιστορία της κυπριακής παροικίας, ψυχή της οποίας αποτελούσαν οι γυναίκες. Αφηγήτριες παλιών παραμυθιών σε τοπικές διαλέκτους, πάντα με το χαμόγελο, και ας δούλευαν δώδεκα ώρες, καθάριζαν με σκούπα ακόμη και τον δρόμο έξω από το σπίτι τους. Ομοιές τους υπάρχουν «ίσως μόνο σε κάποια χωριουδάκια». Οταν θα πεθάνουν, «θα χαθεί ένα μεγάλο μέρος του αυθεντικού εαυτού μας».

Στη Λευκωσία πολλές ιστορίες διαδραματίζονται στο «Αιγαίον», την ταβέρνα-βιβλιοπωλείο του συγγραφέα και εκδότη Πτωχόπουλου κοντά στην Πράσινη Γραμμή – ιστορίες που μας κάνουν κοινωνούς της αγωνίας του για την Κύπρο. Υποστηρικτής της Ενωσης, θα κλείσει με το «Συν ένα δωρεάν» κεφάλαιο, ενθυμούμενος τον εαυτό του σε παραληρηματική κατάσταση να βλέπει την Ελλάδα και την Κύπρο να βυθίζονται.

Απέμειναν να επιπλέουν μόνο ο Απόστολος Αντρέας και ένα κομματάκι της Κέρκυρας.