ΒΙΒΛΙΟ

Κτερίσματα από μουσική

kritiki--2

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
Μαύρο εκλεκτό
εκδ. Μελάνι

Ε​​χει η μνήμη ήχο; Στα δεκατέσσερα διηγήματα του Ευσταθιάδη οι εγκιβωτισμένες στον αμφιβληστροειδή εικόνες της περασμένης ζωής φέρουν εγχάρακτο έναν ιδιαίτερο ρυθμό, την προσωδία του χαμένου χρόνου, την αρμονική της μνήμης. Ανεπαίσθητα αρπίσματα κρούουν ανύποπτες χορδές της ψυχής, προσδίδοντας στο αποκύημα της ονειροπόλησης διάτορη υπόσταση. Οι δεσπόζουσες στις σελίδες ερωτοπαθείς αναμνήσεις δονούνται από υπόκωφες αντηχήσεις, από πνευστές συγχορδίες της σάρκας, από θροΐσματα της αφής, από το φλοίσβισμα κάθυγρων φωνών, από πολύχορδες κραυγές και λιγωμένους λυγμούς, από τον γόο του τέλους.

Στον «Παλιό ήλιο», από τα καλύτερα πεζά της συλλογής, ο αφηγητής, μαθαίνοντας πως η μελανή κηλίδα στον κρόταφό του οφειλόταν σε υπερέκθεση σε μεγάλη ακτινοβολία, θυμάται τον παλιό ήλιο που τον έκαψε, το εκτυφλωτικό φως στο δέρμα μιας παλιάς ερωμένης και τη μελωδία που ανέπεμπε η σάρκα της όταν τη διέτρεχε «με τα δάχτυλα σαν σε ασώματες χορδές άρπας». Υπεριώδης ακτινοβολία απειλεί τη μνήμη του αφηγητή σε άλλο πεζό, καθώς αναλογίζεται πως δεν υπάρχει ασφαλής δείκτης προστασίας για τα καύματα του χρόνου, «για την γκρίζα σαν τέφρα βροχή της μοναξιάς», «για τις εσωστρεφείς καταιγίδες» και για τα δάκρυα, που είναι επικίνδυνο να απορροφώνται από το δέρμα.

Στο «Eros» ο ήρωας πεθαίνει, προδίδοντας τη μνήμη της αγαπημένης του, αρνούμενος να ξεστομίσει «θυμάμαι», ρήμα ισοδύναμο με παραδοχή, που συνιστά την «επιτομή τελεσίδικων εικόνων τού βλέμματος και συγκινήσεων της αφής». Η παρουσία της γυναίκας στοίχειωνε το δωμάτιο, διασκορπισμένη σε ηλεκτροφόρες ακτίνες, σε «δέσμες φωτεινών μικροβίων», που αν τις άγγιζε, θα ηχούσε και πάλι η φωνή της. Εντελώς απρόσμενα λειτουργεί η προδοσία του άνδρα στο απολαυστικό «Rewind». Η σύζυγος, παρακολουθώντας ξανά και ξανά σε βίντεο το πειστήριο της απιστίας του, ξεχνούσε την οργή της παρασυρμένη από ξαφνικό έρωτα για εκείνον τον άνδρα, που είχε μεταμορφωθεί σε «ένα ολόγραμμα ανεκπλήρωτης ηδονής». Δεν ήταν πια ο άπιστος σύζυγός της, αλλά ένας φαντασιώδης εραστής, που σπαρταρώντας στην οθόνη έκανε την ανάσα της να συντονίζεται στον ρυθμό του και έμοιαζε η ανάσα της με ήχο «ερωτικής επίκλησης», «που μοιραζόταν ανάμεσα σε ουρλιαχτό και σε δύοντα λυγμό».

Την προσωδία της μνήμης χορδίζει ο χρόνος που τελειώνει. Καθηλωμένοι στην «ισόβια μοναξιά» τους, οι ήρωες πολεμούν την πλήξη με αναμνήσεις και ονειροφαντασίες. Μες στην ερημιά των δωματίων τους επινοούν από αμελητέα ερεθίσματα φονικά μυστήρια και πυριφλεγή πάθη για να θραύσουν τον «μόνιμο αντικατοπτρισμό» που βαλσαμώνει το βλέμμα τους. Στο ομότιτλο της συλλογής διήγημα αποκαλύπτεται πως η γυναίκα που επιβάλλεται στη μνήμη ενσαρκώνει «μια μορφή απούσας ευτυχίας». Γι’ αυτό η μορφή της υποστασιοποιείται μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας, μεταξύ ονείρου και ανάμνησης. Ριζικά μόνος, ο αφηγητής διολισθαίνει πίσω στον χρόνο, «σ’ ένα πυκνό νεφέλωμα παρελθόντος», μέχρι που η αναδρομή τον καταποντίζει στη μήτρα, όχι όμως την πρωταρχική, αλλά την έσχατη. Στην εκπνοή της αναπόλησης η μνήμη γίνεται μνήμα, το σκοτάδι του οποίου, «από το πιο εκλεκτό μαύρο χρώμα», διαστίζει ο τριγμός του δρύινου σκεπάσματος που κατασιγάζει οδυρμούς και στεναγμούς.

Είναι προφανής ο μείζων ρόλος της γλώσσας στα γραπτά του Ευσταθιάδη. Στο «Μαύρο εκλεκτό» παρατηρεί πως ο ήρωας «με τα σημεία στίξεως προσπαθεί να δώσει την έμφαση που λείπει από το διαλυμένο συντακτικό των περασμένων του χρόνων». Συνεπώς οι λέξεις καλούνται να αποκαταστήσουν απώλειες, να εξωραΐσουν τη φθορά των πραγμάτων και τη ζωή που φθίνει, να συνεργήσουν πρωτίστως στην ποιητική αναδημιουργία της καθημερινής πεζότητας, στην αισθητική πραγμάτωση του πραγματικού. Μολονότι κάποιες φορές η κατεργασία της έκφρασης δείχνει υπερβολικά στιλιζαρισμένη, δεν παύει να υπηρετεί τη συγγραφική αξίωση να γίνει η γραφή το αντίβαρο ενός απελπιστικά αντιποιητικού χρόνου. Αλλωστε, σε λέξεις, μουσική και σιωπή συνοψίζεται η τονικότητα της ζωής.