ΒΙΒΛΙΟ

Ενα κορίτσι του χαμογέλασε

Ενα κορίτσι του χαμογέλασε

​​​Δεν μπορώ να σκοτώνω ζώα. Είχα ένα θείο, αδελφό του πατέρα μου, αυτός πήγαινε για κυνήγι. Το κυνήγι το έβρισκα ωραίο, αλλά δεν άντεχα στη θέα των σκοτωμένων ζώων. Eπειτα, αυτός ο θείος ήξερε να σφάζει.

Ετρεχα μακριά. Ειδικά όταν έσφαζε γουρούνι, αυτό ήταν το χειρότερο. Δεν ξέρω από πού πήρα αυτό το χούι. Iσως από τον πατέρα μου. Πονούσε τα ζωντανά, δεν μπορούσε να τα βλέπει να υποφέρουν. Eτσι κι εγώ. 

Δεν μπορώ  να σκοτώνω ζώα.

»Μου είναι πιο εύκολο να σκοτώνω ανθρώπους. Στην αρχή όχι και τόσο· την πρώτη φορά. Μετά σαν να κάλμαρα κάπως. Μια φορά όμως δυσκολεύτηκα πάλι, εκεί που δεν το περίμενα. Εκείνη τη νύχτα έγιναν έτσι τα πράγματα που ήρθαμε στα χέρια μαζί τους. Ητανε φοβερό πράμα. Αφού κι εγώ τώρα που το λέω δεν είμαι σίγουρος αν τα φαντάζομαι. Ανοίξανε κεφάλια. Και να μην πεθαίνουν. Αυτό ήταν το πιο φοβερό. Να πρέπει να γίνεις κι εσύ χάλια για να πεθάνουν. Αφού μετά οι δικοί μου νομίζανε ότι όλο αυτό το αίμα ήτανε δικό μου.

»Το χειρότερο όμως είναι η μυρωδιά. Οι μυρωδιές. Μυρίζεις το σώμα του άλλου, γίνεσαι ένα μ’ αυτόν. Είναι ο ιδρώτας του, το χνώτο του, η απλυσιά του; Δεν ξέρω· όταν ο άλλος αρχίζει να το παίρνει απόφαση ότι θα πεθάνει, όταν τον έχεις από κάτω και τον πνίγεις, βγάζει μια μυρωδιά. Δεν ξέρω τι είναι, αλλά είναι πολύ έντονο. Δεν το έκανα και καλά, ατζαμής ήμουν, δεν έλεγε να πεθάνει. Πάνω, στον Κλέφτη, καλοκαίρι του σαράντα οκτώ. Ως σήμερα, ζορίζομαι. Δεν θυμάμαι τι έφαγα χτες· θυμάμαι όμως τα μάτια του εκείνες τις στιγμές. Είχε ωραία μάτια· ήταν όμορφο παιδί. Το άφησα έτσι, πάνω στις πέτρες. Τα μάτια του δεν έκλεισαν ποτέ, αν κι έπαψαν πια να κοιτάζουν».

Ο κύριος Γκρι σταμάτησε να διαβάζει και με ρώτησε: «Το χειρότερο δεν είναι όταν συνειδητοποιείς ότι οι άνθρωποι δεν σκοτώνουν μόνον από μίσος;».

Εχω ένα σωρό τέτοιες ιστορίες, γραμμένες, ηχογραφημένες, σε κασέτες, σε ψηφιακά μέσα, και ο κύριος Γκρι κατά καιρούς τσαλαβουτάει σ’ αυτές. «Θυμάσαι πώς τελειώνει;» με ρώτησε μετά. Δεν θυμόμουν. Ούτε ποιος μιλούσε θυμόμουν. Ο κύριος Γκρι συνέχισε την ανάγνωση: «Μας γύρισαν σ’ εφεδρεία την άλλη μέρα. Πήγαμε, αλλάξαμε, πετάξαμε τις λερές στολές, πλυθήκαμε, γίναμε άνθρωποι. Θυμάμαι το τρεχούμενο νεράκι επάνω μου. Κοιμηθήκαμε σε ράντσο, φάγαμε ζεστό φαΐ, μας έδωσαν και μια έξοδο, να πάμε ώς την πόλη. Φαντάσου τώρα. Yστερα από μήνες. Βγήκαμε μ’ ένα φιλαράκι, σκορπίσαμε στις γειτονιές. Κάτσαμε σε μια ταβέρνα, κουτσοφάγαμε, ήπιαμε λίγο, πήγαμε μετά αλλού. Δεν είπαμε τίποτα για τις επιχειρήσεις, δεν συζητήσαμε. Κοιτάζαμε τα κορίτσια. Μια παρέα ήταν, την πήραμε από πίσω. Κρυφογελάγανε αυτές, εμείς καπνίζαμε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Το φιλαράκι μου τους πέταγε και κάτι νόστιμο πότε πότε, αυτός ήταν περπατημένος, εγώ όχι και τόσο. Κορίτσια, κορίτσια, ρίξτε και σ’ εμάς μια ματιά, έλεγε ο δικός μου. Eτσι όπως γύρισα και τον κοίταξα για μια στιγμή, τον θυμήθηκα να ρίχνει τις χαριστικές βολές. Διερωτήθηκα: αυτός είναι; Δεν είναι άλλος; Προχτές τέτοια ώρα σκοτώναμε και τώρα, καθαροί, σιδερωμένοι, κυνηγούσαμε κορίτσια. Πήρα κουράγιο. Και ένα κορίτσι μού χαμογέλασε. Επιτέλους· ένα κορίτσι μού χαμογέλασε».