ΒΙΒΛΙΟ

Αμήν, Αμήν

amin-amin-2131906

Ο ​​ένας είχε στόφα αυλικού, ο άλλος τρόπους τελετάρχη, ενώ του τρίτου τα χαρακτηριστικά σχημάτιζαν αόριστα τον καλλιτέχνη και έπειθε και τους υπόλοιπους πως ανέκαθεν διέθετε «φλέβα». Τους ονόμαζες επετειακές φυσιογνωμίες και ας είχαν μια καθημερινότητα αδιάφορη όσο και οι ρίγες των φτηνών σακακιών τους. Τις μέρες που είχε γενικό σημαιοστολισμό έπαιρναν τα ηνία, ενώ εμείς οι υπόλοιποι κινούμαστε υπνωτισμένοι από τις πένθιμες καμπάνες. Τις άγιες μέρες ειδικά ξεπρόβαλλαν από το μισοσκόταδο, έκαναν το εντυπωσιακό τους πέρασμα και ίσως μια δυο κρυφές υποκλίσεις στο κοινό τους. Στο τέλος γύριζαν πάντα αθόρυβα στα οικογενειακά τους δράματα, για τα οποία πιστεύαμε πως ήταν προβλέψιμα όπως η κάπνα στο ταβάνι ενός καφενείου.

Ο Ηρακλής Π. προερχόταν από τον κύκλο αυτών των ανεπίσημων «αξιωματούχων». Ηταν ένα είδωλο της Μεγάλης Βδομάδας. Τις ανεόρταστες μέρες θα τον έβρισκες σε σπίτια και μαγαζιά για επισκευές παντός τύπου. Είχε στο χέρι ένα βαλιτσάκι με γαλλικά κλειδιά, με πένσες και κόφτες κάθε μεγέθους αλλά βέβαια αυτός ο άχρωμος μάστορας ήταν ένας άλλος, όχι ο Ηρακλής.

Αν τον παρακολουθούσες λίγο περισσότερο, θα περνούσε από το μυαλό σου η ιδέα ότι τον είχαν φυτέψει από παιδί στην εβδομάδα της μεγάλης λάμψης του. Σαν να έλαβε «σάρκα και οστά» ανάμεσα στον Νυμφώνα σου βλέπω της Μεγάλης Δευτέρας και στο Χριστός Ανέστη. Το απροσδιόριστα λυπημένο του πρόσωπο τον έφερνε πάντως πιο κοντά στις εμπειρίες του μαρτυρίου παρά στα βακχικά ξεσπάσματα της Λαμπρής.

Δεν είχε ορατές πληγές της ηλικίας. Οι άνθρωποι στις χορωδίες και οι διάσημοι ψάλτες είχαν συνήθως μεγάλα, υπό κατάρρευση προγούλια και ζυγωματικά εξημερωμένα λόγω της μακρόχρονης σχέσης τους με το Υπερβατικό. Δεν θυμάμαι πρωτόγονη κοψιά σε αυτούς τους σοβαρούς άνδρες: ούτε υπερόφρυα τόξα, ούτε ουλές ή τεράστιες γνάθους που αποκαλύπτουν λένε τις ζωώδεις φύσεις.

«Καθίστε ήσυχα, ήσυχα», πρόσταζε, χαμηλόφωνα.

«Σιωπή και σιωπή λέγω!».

Και άλλοτε, σε απόγνωση: «θα μάθετε βρε, θα μάθετε…».

Ο θείος Γιάννης –περιστασιακός στην ψαλτική αυτός– είχε δώσει μια εξήγηση γι’ αυτές τις διπλές παρακλήσεις. Ο Ηρακλής δεν ήταν σίγουρος πως μια μόνη λέξη μπορούσε να έχει αποτέλεσμα πάνω μας. Δεν θυμάστε και στο Κατά Ιωάννη όπου ο Χριστός λέει «Αμήν, αμήν λέγω υμίν…»; Γιατί δύο φορές; Αλλά να δείτε που εδώ κρύβεται όλη η ουσία, στο αμήν, αμήν!

Μας τα είχε πάρει τα αυτιά ο θείος μας με αυτή την κρυφή ουσία των πραγμάτων, κόβοντας δρόμο ανάμεσα σε άσχετες ιστορίες, με μια σύντομη στάση σε ένα ανέκδοτο για τους Εβραίους για να φτάσει ώς τον Ηρακλή που είχε χάσει ο καημένος τον πατέρα του «στους ιταλικούς βομβαρδισμούς».

«Σκόνη τον έκανε ο όλμος τον πατέρα του! Ευτυχώς γλίτωσε το αγοράκι και η μάνα του… εφτά χρονών παιδάκι τότε!».

Τότε είχα την απορία αν αυτός ο εξαφανισμένος πατέρας είχε κανένα χάρισμα. Πώς να ήταν άραγε η φωνή του; Αλλά βέβαια δεν περνούσε από το μυαλό μου να ρωτήσω τον θείο τέτοιες λεπτομέρειες γιατί με φόβιζε η φλυαρία όλων των θείων και οι επίμονες, προϊστορικές τους μνήμες.

Εδώ που τα λέμε για μας αρχαία ιστορία ήταν εκείνος ο όλμος και τα κανόνια των Ιταλών. Αντικρίζαμε τη χλωμάδα του Ηρακλή αναριγώντας με τα απόκρημνα ύψη όπου έφτανε η φωνή του, καθώς άφηνε χιλιόμετρα πίσω τις τσακισμένες φάλτσες φωνές των άλλων. Η αλήθεια είναι ότι τους έσβηνε όλους, λαϊκούς και παπάδες. Επεφτε σε μια ήπια μέθη υπεροχής. Νηφάλια μετουσιωμένη θα την έλεγες την τέχνη του αλλά ο ίδιος έδειχνε απόλυτα συγκεντρωμένος στο έργο του. Και έπειτα τα μάτια του έστριβαν στο πλάι, βουτώντας σε κάτι αόρατο στους τρίτους. Βυθιζόταν σε κάτι τελείως δικό του που ίσως δεν ήθελε να το μοιραστεί με όλους εμάς.

Χαθήκαμε όμως. Ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για το Λαύριο, η αδελφή μου η Λέλα έκλαιγε, η μαμά αδημονούσε κι εγώ απλώς είχα τη δυσφορία της αναστάτωσης. Οι τσάντες, τα πακέτα, τα εισιτήρια, όλα αυτά ήταν ένας κακότροπος περισπασμός, όχι «ωραία περιπέτεια».

Στις επόμενες πόλεις μας (ας όψονται οι παλιομεταθέσεις) το εφηβικό μου Πάσχα προσαρμόστηκε ήσυχα στο βιαστικό ημίωρο της Ανάστασης. Συχνά όμως ανηφορίζαμε με οικογενειακούς φίλους σε απομονωμένα μοναστήρια, σε απόσταση ασφαλείας από τις μάζες των κοσμικών ενοριών. Οι δικοί μου γύρευαν τότε μετά μανίας να διακριθούν από τους «πολλούς», με διακοσμητικές πινελιές στο σπίτι ή με επισκέψεις σε παντελώς άγνωστα λαογραφικά μουσεία. Και των άλλων οι γονείς ήθελαν φυσικά να ξεχωρίζουν, να ανήκουν σ’ ένα ανώτερο και διαφορετικό επίπεδο. Ηταν τα χρόνια όπου όλοι σχεδόν πίστεψαν πως ήταν αθάνατες και ξεχωριστές μονάδες καθορισμένες για την ευτυχία. Εγώ όμως φοβόμουν μήπως και ο Ηρακλής ήταν κι αυτός στο κόλπο και στη γενική παραζάλη.

Π​​ριν από λίγες μέρες μια κυρία με το όνομα Λυδία μου συστήθηκε ως κόρη του Hρακλή Π. ανθρώπου ταπεινού και πλήρως αφοσιωμένου που τον βρήκε ένα μεγάλο κακό: το ίδιο του το ανίψι έριξε τη φωτοβολίδα στην ευθεία. Αντί να σημαδέψει ψηλά στον ουρανό πήγε και έστρεψε το πιστόλι στους μεγάλους. Ο μπαμπάς μου, συνέχισε η Λυδία, έβαλε το χέρι για να προστατέψει τα μάτια του, πάντα είχε εκεί το νου του λες και είχαν στόχο να τον τυφλώσουν. Τελικά όμως έπαθε ζημιά στα αυτιά. Κόπηκε η ανάσα του από ένα τρομερό βουητό και παλέψαμε χρόνια με αυτό το τραύμα στο τύμπανο!

Η γυναίκα σκούπισε ένα δάκρυ, ενώ με έπιανε άγαρμπα α λα μπρατσέτα. Είχε την έκφραση εκείνου που πιστεύει ότι είναι αδύνατο να εξηγηθούν σε βάθος τα πράγματα και ότι ο χρόνος, παρά τις φήμες, δεν γιατρεύει τις πληγές. Είχε τα ευγενικά ζυγωματικά του μπαμπά της, ίσως και κάτι από την τρυφερή αυστηρότητά του απέναντι στην ιερόσυλη πλέμπα που τον ενοχλούσε.

«Σωπάστε, σωπάστε!» υψώθηκε τότε μια γνωστή φωνή πίσω από τους ώμους της Λυδίας. Κοιταχτήκαμε.
…Εφριξεν η γη, και ο ήλιος, Σώτερ, εκρύβη (…)

Ωρα μετά μιλούσαμε για τα παιδιά μας βαδίζοντας λίγα μέτρα από τον ανθισμένο επιτάφιο.

* To διήγημα «Αμήν, Αμήν» γράφτηκε αποκλειστικά για την «Κ». Το τελευταίο βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη είναι η συλλογή διηγημάτων «Αντρας που πέφτει» (εκδ. Πόλις).