ΒΙΒΛΙΟ

Φως φυλακής

kritiki--3

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους
εκδ. Εστία

Μετά τον σπαρασσόμενο από την Ιστορία «Νικήτα Δέλτα», η Μαριλένα Παπαϊωάννου (γεν. 1982) επανεμφανίζεται στην πεζογραφία με μια νουβέλα επίσης εμπόλεμη. Η εστίαση παραμένει ψυχογραφική, στραμμένη στις ενδότερες συγκρούσεις των δραματικών προσώπων. Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται η δοκιμασία του εγκλεισμού και του πάσχοντος σώματος. Κάποιον Δεκαπενταύγουστο, μεσούντος του Εμφυλίου, δώδεκα άντρες σε ένα κελί αναμετριούνται με τη σωματική και ψυχική οδύνη. Τα λιανισμένα, κάθιδρα κορμιά, αποδιαρθρωμένα από μια αιμοχαρή εξουσία, σωριάζονται στο τσιμέντο, ενώ το μυαλό παλεύει να κρατηθεί από ένα αίσθημα χρέους, το τίμημα του οποίου γίνεται ολοένα και πιο εφιαλτικό. Αυτή την πυρακτωμένη συστολή του χρόνου διαρρέει κάθε μεσημέρι δροσερό νερό, που κελαρύζει μέσα από τα κάγκελα.

Ενας φρουρός αντιστέκεται στην αγριότητα, γεμίζοντας τα παγούρια των αντρών και κλοτσώντας στο κελί τους μικρά χαλίκια τυλιγμένα με στοιχειώδεις δωρεές.

Ελάχιστο φως στο μισοσκόταδο του κελιού ρίχνουν σπαράγματα λογοτεχνίας, που απαγγέλλει ψιθυριστά ο φιλόλογος της συντροφιάς. Οι στίχοι του Κάλβου και του Κορνάρου ξαστερώνουν τον νου των φυλακισμένων, επιστρέφοντάς τους σε μια άλλη γη, όπου ασπαίρουν οι εικόνες της χαμένης ζωής. Οι λέξεις της φαντασίας, συντονισμένες με τις ταλαντώσεις ενός αυτοσχέδιου, άηχου μετρονόμου, αναπάλλουν τον μάταιο χρόνο, που μετράει προς τον θάνατο. Ο νεότερος από τους άντρες γράφει ιστορίες και ίσως γι’ αυτό η συγγραφέας τον βάφτισε Φώτη. Με τη μύτη ενός μολυβιού στριμώχνει σε χαρτάκια τις ιδέες και τους μύθους που διαλάμπουν στο μυαλό του. Περισσότερο από τον πυρετό, που τον κατακαίει, αφανίζοντάς τον μέρα τη μέρα, τον πυρπολεί η πιθανή αθανασία του χάρτινου ίχνους του. Στη λαχτάρα του χαρτιού αχνοφέγγει η ελπίδα της επιβίωσης.

Το δεσπόζον μυθοπλαστικό στοιχείο, το οποίο η Παπαϊωάννου εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά, είναι ο φόβος, διακριτός ήδη από τον τίτλο. Μέσα σε έναν κλειστοφοβικό χώρο, όπου η παραμικρή φήμη και αμφιβολία, η καχυποψία και η αβεβαιότητα παίρνουν διαστάσεις ολέθρου, η επικείμενη έλευση του Καμουζά ισοδυναμεί με συντέλεια. Φόβος και τρόμος των απανταχού κρατουμένων, ο Καμουζάς προσωποποιεί τον καβαφικό βάρβαρο, που διαρκώς αναμένεται και ποτέ δεν έρχεται. Μολονότι οι δώδεκα άντρες γνωρίζουν τις θηριωδίες για τις οποίες είναι ικανός, νιώθουν την αναβολή της εμφάνισής του ακόμα πιο βασανιστική από τον ερχομό του. Ενδεικτικό είναι το ξέσπασμα ενός από αυτούς που λέει αγανακτισμένος «σιγά μην κατεβεί ο Καμουζάς στους φούρνους, πρόσθεσε και κλότσησε το χώμα με το πόδι του, ούτε για να φτύσει το τσιμέντο που πατάμε δε θα ’ρθει!».

Η Παπαϊωάννου παρουσιάζει την καθημερινότητα της φυλακής με μια φυσικότητα που εντείνει τη φρίκη της συνθήκης. Συνταρακτική είναι η σκηνή, όπου δύο κρατούμενοι συνομιλούν, αμέσως μετά το τελετουργικό της ανάκρισης, πλένοντας σε μια γούρνα τα ματωμένα τους ρούχα. Καμία απολύτως δραματοποίηση δεν βαρύνει το στιγμιότυπο. Είναι μια αυτονόητη εικόνα και συγχρόνως εξαιρετικά δραστική μυθοπλαστικά.

Παρόμοια πολυσημία επιτυγχάνεται με το εύρημα της παροχής χαρτιού (και δη χάρη σε μια Λευκή, όπως κάθε σελίδα) κρυμμένου σε ένα φυσίγγι. Η παραβολική ιστορία του Φώτη βρίσκει την έξοδό της στη ζωή μέσα από μια φονική αιχμή.

Παρά την αφηγηματική λιτότητα που συνδράμει την υποβόσκουσα ένταση της νουβέλας, η συγγραφέας δεν αποφεύγει τις εκφραστικές επαναλήψεις, που αποδυναμώνουν τον λόγο της. Από το άλλο μέρος, αν και κατορθώνει να αποδώσει με πειστικότητα την πύκνωση των συναισθημάτων, του θυμού, της πικρίας, της απόγνωσης, της ελπίδας, μέσα στον ανδρικό μικρόκοσμο του κελιού, στις τελευταίες σελίδες χάνει κάπως τον τόνο, νοθεύοντας με θηλυκές νότες το ιδιόλεκτο των ηρώων. Το παραμύθι του Φώτη, για παράδειγμα, μια τελετή θυσίας και κάθαρσης, μολονότι φωτίζει την αφήγηση με αλληγορικές συνδηλώσεις, δεν φαίνεται να συνάδει με την ιδιοσυστασία ενός μαρτυρικού αγωνιστή. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητο ότι με το δεύτερο βιβλίο της η Παπαϊωάννου επικυρώνει τη συγγραφική της δυναμική.