ΒΙΒΛΙΟ

Με τη σοφία των παραμυθιών

me-ti-sofia-ton-paramythion-2134627

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ
Γ. ΤΣΟΥΠΡΟΥ
Οι αντίχειρες
των παλαιών θεών
εκδ. Ρώμη

Στη δεύτερη αυτή συλλογή διηγημάτων της συγγραφέως (η πρώτη, με τον τίτλο «Σε κοιτούν», είχε εκδοθεί το 2013), η υπαρξιακή αγωνία, ως σαρξ εκ της ενήλικης σαρκός της κύριας αφηγηματικής φωνής που συνέχει τις 26 ιστορίες του βιβλίου, είναι εγκατεστημένη παντού: στο καταπονημένο σώμα των ιστοριών της συγγραφέως, αλλά και στην εύθραυστη θνητή ψυχή που επιδίδεται σε επιτυχείς «εκστρατείες ζωής» εν υπνώσει, ατελέσφορες, ωστόσο, καταδικασμένες σε αποτυχία, εν εγρηγόρσει.

Στην πραγματικότητα, ο νους, υπερατομικός και με θεϊκή μοίρα (μερίδιο), είναι αυτός που αξιώνει τον πρώτο λόγο και αναλαμβάνει δράση: να απλώσει διά της γραφής τα «δάκτυλα στα χάη», σαν τον μακρινό του πρόγονο Κώστα Καρυωτάκη, προσανατολισμένα προς όλες τις διαστάσεις, κυρίως την τέταρτη.

Ετσι, επιχειρείται να ξανακερδηθεί διά της γραφής ο αδίκως χαμένος χρόνος και να αντιπαρατεθεί διά της λογοτεχνίας/εσόπτρου η μεγάλη κινητικότητα του εσωτερικού, ψυχικού χρόνου προς την πλανερή εξωτερική εικόνα της βραδύτητας και της ακινησίας.Ταυτοχρόνως, τα 26 κείμενα της συλλογής θέτουν την ίδια την πράξη της γραφής ενώπιον του εαυτού της.

Το «γιατί γράφεις» είναι ένα από τα ερωτήματα που τίθενται αμέσως ή εμμέσως στα κείμενα της συλλογής. Το «πώς γράφεις» είναι το επόμενο. Σε ποια γλώσσα και με ποια τεχνική; Πώς αντλείς, δηλαδή, από την προομιλητική χώρα και τον ανυπολόγιστο πλούτο της «ανασκαφικά ευρήματα», πώς απαλλάσσεις τις λέξεις από τις εγκυστωμένες για χρόνια σημασίες τους και τις παραδίδεις στον αναγνώστη σου αμόλυντες, ανέπαφες από τη διαβρωτική τού νοήματος μακραίωνη διαδικασία που προηγήθηκε;

Πώς, με άλλα λόγια, ξανακούς τη γλώσσα «των παλαιών θεών»; Και τι λογοτεχνία γράφεις όταν η μυθοπλασία διαπλέκεται με την α-λήθεια, όταν η απεύθυνση είναι προς εαυτόν και όταν οι χαρακτήρες συγκλίνουν σε ένα Πρόσωπο, αδιαίρετο, υπερχρονικό και διατοπικό, των λογοτεχνικών τόπων συμπεριλαμβανομένων; Οταν, τέλος, τοποθετείς τις λέξεις σου στο όριο, ακριβώς στο μεταξύ, στην «απουσία», στα «κενά», στα «ενδιάμεσα», στον «αραιό αέρα»;

Εγκατεστημένη σε τόπο μεταιχμιακό και γι’αυτό επικίνδυνο, η λογοτεχνία της Τσούπρου επικροτεί την αιώρηση και δείχνει να περιφρονεί ή και να περιπαίζει ενίοτε τις ασφαλείς βεβαιότητες. Προτιμά αντ’ αυτών την ανασφάλεια και την αμφισβήτηση, κινούμενη σε αντιθετικό άξονα, τη μια στο πεζολογικό εδώ, την άλλη στο ποιητικό επέκεινα. Σε συνθήκη ειδολογικής ελευθερίας, διηγήματα, μικροδιηγήματα, πεζά ποιήματα ή ό,τι άλλο, τα κείμενα της Τσούπρου αναδίδουν τα αρώματα της ακριβής λογοτεχνίας.

Με εμφανείς και αφανείς σπουδαίους διακειμενικούς συγγενείς, επιθυμούν να μιλήσουν για τον αβίωτο βίο με τον σοφό τρόπο των παραμυθιών, χωρίς καθόλου να αναβάλλουν για το αύριο, με τη σπουδή του κατεπείγοντος.