ΒΙΒΛΙΟ

Οριζόντιος διανοούμενος με κάθετη ανάλυση

orizontios-dianooymenos-me-katheti-analysi-2138753

ΝTAΝΙΕΛ ΜΕΝΤΕΛΣΟΝ
Περιμένοντας τους βαρβάρους: Από τον Αριστοφάνη στο Avatar
μτφρ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
εκδ. Πατάκη

Τι σημαίνει, άραγε, σήμερα, πολιτισμική κριτική και μάλιστα από τη σκοπιά της ποπ κουλτούρας; Κι ακόμη πιο ευρέως: τι θα πει ν’ ασκείς καθολική κριτική, εν είδει μανιφέστου κάθε φορά, στα πολιτισμικά προϊόντα του καιρού σου; Ο Ντάνιελ Μέντελσον ανήκει στους οριζόντιους διανοούμενους με κάθετη ανάλυση: οι γνώσεις του καλύπτουν ένα ευρύ πεδίο αναφορών, καθώς η κριτική του βυθιζόταν στο κείμενο με πρωτόγνωρη, για μένα, διαύγεια.

Ο τρόπος που ανοίγει, αφενός, τον ορίζοντα στον αναγνώστη γι’ αυτό που πρόκειται να διαβάσει και που, αφετέρου, κλείνει σιγά σιγά εντός του κειμένου είναι μαθήματα γλώσσας και, ταυτόχρονα, αποδείξεις μιας αγάπης ευφυούς, χιουμοριστικής και σαρκαστικής –τρεις αλληλοσυμπληρούμενες ιδιότητες– προς την ίδια τη γνώση και το υπό εξέταση έργο.

Ο Μέντελσον δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό, αφού το 2010 κυκλοφόρησαν στα ελληνικά οι «Χαμένοι» του (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις), ένα à la manière de Proust βιβλίο για την εβραϊκή καταγωγή του. Εξάλλου, είναι εκείνος που μετέφρασε σχετικά πρόσφατα τον Καβάφη στα αγγλικά, ενώ διαθέτει βαθιά κλασική παιδεία.

Το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» –στην έξοχη, ζωντανή, σύγχρονη μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου– είναι μια αποκαλυπτική εμπειρία. Με απόλυτο σεβασμό στον αναγνώστη του, δίχως να θεωρεί τίποτα δεδομένο αναφορικά με τις γνώσεις εκείνου που τον διαβάζει, με ευλάβεια προς το κείμενο και με ένα αχανές πεδίο αναφορών, ο Μέντελσον σε εξοικειώνει με τα υπό κριτική έργα, δίχως να είναι απαραίτητο να τα έχεις διαβάσει ή δει πρώτα, αφού αυτήν τη δουλειά την έχει αναλάβει ο ίδιος: τις ταινίες, τις παραστάσεις και τα βιβλία νιώθεις ότι τα έχεις δει, τα ξέρεις, είναι πια και δική σου εμπειρία.

Ο δρόμος που συνδέει το αρχαίο δράμα, με μια προτίμηση στον Ευριπίδη, με τις ταινίες («Τροία», «Αλέξανδρος», «300», «Μπρόκμπακ Μάουντεν», «Avatar», «Οι ώρες» κ.ά.) και τις παραστάσεις (μεταξύ άλλων, «Γυάλινος κόσμος», «Λεωφορείο ο πόθος», «Βάτραχοι»), τον Καβάφη και τον Φόστερ, τον Ρεμπό και τον Ευγενίδη, την τραγική ιστορία των Κένεντι και το έργο του Τεντ Χιουζ, τον Αλμοδόβαρ και τον Φέρμορ, περνάει μέσα από τη λατρευτική αγάπη του Μέντελσον για τις λέξεις, τις εικόνες, την εμπειρία και τον σύγχρονο κόσμο· είναι ένας περίπατος της γνώσης που οδηγεί, είτε το θέλεις είτε όχι, στην ομορφιά ενός θαυμαστού, καινούργιου κόσμου. Ο Μέντελσον δεν είναι απλώς ένας κριτικός· είναι ένας ουμανιστής σταυροφόρος του πολιτισμού.

Στα δοκίμια αυτά, ο αναγνώστης αναμετριέται με τη σύγχρονη δυναμική της γλώσσας και με την αιχμή του δόρατος της κριτικής. Δεν είναι εφήμερα δημοσιογραφικά κείμενα που τα καλύπτει η αχλή της επόμενης μέρας· είναι οδοδείκτες τού πώς η σημερινή πολιτισμική κριτική μπορεί να γίνει ποπ, ν’ απευθυνθεί στο ευρύ κοινό, ενώ, την ίδια στιγμή, αποτελεί δωρεάν σεμινάρια γραφής. Ο Μέντελσον, από το αρχαίο δράμα ώς την Τζέσικα Λανγκ του «Γυάλινου κόσμου», μας υπενθυμίζει ότι τα πολιτισμικά προϊόντα δεν είναι ένας παράλληλος κόσμος, «απ’ αλλού φερμένος» – είναι κομμάτι του δικού μας κόσμου, του εδώ και τώρα.

Και μπορεί να είναι ένας αμετανόητος καβαφικός και κλασικός φιλόλογος, ωστόσο το δοκίμιό του για τον Ρεμπό («Επαναστάτη Επαναστάτη») είναι ένα, ας μου επιτραπεί, πάρτι. Παρ’ όλες τις ενστάσεις και τον λεπτεπίλεπτο σαρκασμό του, ακόμη κι όταν, στο κλείσιμο του κειμένου του, ο Νεοϋορκέζος κριτικός νιώθει αμήχανος απέναντι σ’ αυτό το έργο, ο αναγνώστης νιώθει ότι άκουσε όσα είχε ν’ ακούσει.

Επανεφευρίσκει το ρεμποϊκό σύμπαν

Ο Μέντελσον μοιάζει να υποβάλλει τα σέβη του στον λυσσασμένο Γάλλο ποιητή, στον περιπατητή και πολεμιστή της εποχής του. Με την ανάλυση της «λελογισμένης απορρύθμισης των αισθήσεων», ο κριτικός επανεφευρίσκει τον Ρεμπό, όπως εκείνος επανεφηύρε τον έρωτα, την κοινωνία και την ποίηση· όπως ο Γάλλος ποιητής «δεν είχε πια τίποτε άλλο να πει», έτσι και ο Μέντελσον δεν αφήνει περιθώρια στο ρεμποϊκό σύμπαν.

Στο τελευταίο δοκίμιο του βιβλίου «Ο μικρός Αμερικανός», ο συγγραφέας μάς αποκαλύπτεται, ενώ, την ίδια στιγμή, μας επιτρέπει να καταλάβουμε πώς φτάσαμε ώς εδώ. Μέσα από την αλληλογραφία του με τη συγγραφέα Μαίρη Ρενό, ο Μέντελσον, έφηβος τότε, έχοντας πάρει σάρκα και οστά, λαμβάνει το πνεύμα που θα τον οδηγήσει στο σήμερα. Σε ένα γράμμα της, η Ρενό τού λέει για τη «γεύση» του κειμένου· είναι, ίσως, το πιο αποκαλυπτικό σημείο του βιβλίου, αφού όχι μόνο ο ίδιος αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά τι σημαίνει αυτό για τις λέξεις, αλλά μας κλείνει και το μάτι γι’ αυτό που έχουμε μέχρις εκεί διαβάσει: η γεύση του Μέντελσον είναι η γεύση της ζωντανής γλώσσας, είναι η γλώσσα που γεύεται τη γλώσσα.

Εχοντας στα χέρια μου την ομότιτλη αμερικανική έκδοση των δοκιμίων του Μέντελσον, παρατηρώ ότι η ελληνική έκδοση δεν συμπεριλαμβάνει τα ίδια κείμενα. Μιλώντας με τη μεταφράστρια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου και με οδηγό την εισαγωγή του Μέντελσον για την ελληνική έκδοση, μαθαίνω ότι η επιλογή των δοκιμίων έγινε με πυξίδα την αναφορά στην Ελλάδα και τον πολιτισμό της. Οπως λέει ο ίδιος στην εισαγωγή:

«Ορισμένα από τα κείμενα του βιβλίου είναι, αναπόφευκτα, αφιερωμένα στον πολιτισμό της Ελλάδας […] Πολλά όμως από τα “κλασικά” δοκίμια του βιβλίου εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους το παρόν, και ιδίως η αμερικανική ποπ κουλτούρα, αναμετράται, άλλοτε επιτυχώς, άλλοτε όχι, με την ελληνική κληρονομιά».

Η μεταφράστρια μας πληροφορεί ότι «τα κείμενα της ελληνικής έκδοσης είναι παρμένα από πολλές διαφορετικές μεριές, δηλαδή και από το “Waiting for the barbarians” και από μια άλλη συλλογή με τίτλο “How beautiful it is and how easily it can be broken”, ενώ υπάρχουν και κάποια που έχουν δημοσιευτεί στον New Yorker και στο New York Review of Books, αλλά δεν έχουν μπει σε βιβλίο (του)». Τι κι αν «λείπουν» τα υπέροχα δοκίμια για τη σειρά «Mad Men», την Αν Κάρσον και τη Σούζαν Σόνταγκ που δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα μετάφραση· η ελληνική έκδοση ανήκει δικαιωματικά στις εκδόσεις της χρονιάς.