ΒΙΒΛΙΟ

Από την «ποίηση της ήττας» στην «ποίηση της κρίσης»;

apo-tin-poiisi-tis-ittas-stin-poiisi-tis-krisis-2138766

Austerity Measures
The New Greek Poetry
Edited by Karen van Dyck
εκδ. Penguin

Μπορεί η ελληνική κρίση να εμπνεύσει τους νέους Ελληνες ποιητές και, αν ναι, με ποια ποιητικά και αισθητικά κριτήρια; Νομιμοποιείται ένα σύνθετο κοινωνικο-οικονομικό πρόβλημα στην πολυπλοκότητά του να αποτελέσει έναυσμα ποιητικής κοσμογονίας και να εγκαθιδρύσει πιθανόν μια «νέα γενιά»; Πώς μετουσιώνεται μια χρεοκοπία σε στίχους και πόσο απαραίτητος μπορεί να είναι ο ποιητής «στους μικρονοϊκούς καιρούς»; Τέλος, αν δεν είχε χρεοκοπήσει το ανυπόληπτο ελληνικό κράτος, συνακολούθως και μια ολόκληρη κοινωνία που έζησε επί τρεις δεκαετίες μια πλαστή ευημερία, στη νιρβάνα του καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, κι αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα «μέτρα λιτότητας», όπως είναι και ο τίτλος της συλλογής, που εκμεταλλεύεται τη συγκυρία για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους, πόσο θα συγκινούσε τους ξένους επιμελητές και εκδότες η νεότερη ελληνική ποίηση;

Αυτά και άλλα ερωτήματα προκύπτουν από την πρόσφατη έκδοση της Penguin, που συγκεντρώνει έναν μεγάλο αριθμό νέων και νεότερων ποιητών και ποιητριών, με κύριο άξονα αναφοράς (και έμπνευσης;) το «ελληνικό πρόβλημα», με τις «ευλογίες» του Εντμουντ Κίλι, του Τέρι Ιγκλτον, αλλά και του άκρως αμφιλεγόμενου πρώην υπουργού Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη, ο οποίος μάλιστα με στόμφο ορίζει επιτακτικά πως η συλλογή «αξίζει ένα διεθνές αναγνωστικό κοινό. Τώρα!» (sic).

«Η ποίηση δεν αρκεί»

Ισως το πιο χαρακτηριστικό ποίημα που περιγράφει λιτά, αλλά καίρια, την «ελληνική κρίση» να είναι αυτό του Σταμάτη Πολενάκη, με τον τίτλο «Η ποίηση δεν αρκεί», καθώς αποτυπώνει στους στίχους του την (εγγενή) αδυναμία του να μιλήσει για τη χρεοκοπία: «Δεν χρεοκοπήσαμε σήμερα/ έχουμε ήδη χρεοκοπήσει/ εδώ και πολλά χρόνια», ενώ ακριβώς στο επόμενο ποίημα («Ποίηση 2048») θέτει το δάχτυλο πάνω στην ανοιχτή πληγή: «Ούτε αυτή η εποχή είναι εποχή/ για ποίηση: πληρώνουμε ακόμα/ με νόμισμα εμφυλίου», ακολουθώντας τα ίχνη από την «Ποίηση 1948» του Νίκου Εγγονόπουλου «της άλλης μεριάς των αγγελτηρίων θανάτου».

Η συλλογή συγκεντρώνει ένα ογκώδες ποιητικό υλικό, πάνω στα κριτήρια του γλωσσικού εργαλείου, της ηλικίας και τις ποιητικές εκδόσεις, με τις απαραίτητες εξαιρέσεις, όπως επεξηγεί η επιμελήτρια στη διαφωτιστική Εισαγωγή της. Αλλού αρθρώνεται συμβατικά ο ποιητικός λόγος κι αλλού η εξεγερτική διάθεση διαχέεται στις σελίδες της. Η πρόθεση της σύγκρουσης είναι εμφανής, ακόμα και η ρήξη με την παράδοση («Δεν χρειαζόμαστε άλλους ποιητικούς κύκλους/ Δεν χρειαζόμαστε άλλους Σεφέρηδες», Jazra Khaled, στο Wörter – Λέξεις), η αναζήτηση της ταυτότητας, έμφυλης ή κοινωνικής, η κραυγή και η κατακραυγή διαπερνούν τις σελίδες της συλλογής, το ποπ στοιχείο εισχωρεί στην πολιτική συγκυρία, η δυστοπία και η αίσθηση του «εκτοπισμένου» είναι παρούσες σε πολλά ποιήματα και η απόγνωση κινείται σπασμωδικά από τα γλωσσικά όρια στις νέες μορφές της διαδραστικής επικοινωνίας, σε μια προσπάθεια «ο στίχος να βρει στόχο κι ο στόχος να γίνει στίχος», δημιουργώντας ένα άνισο ποιητικό αποτέλεσμα σαν ένα τεράστιο κολάζ-μανιφέστο.

Η αναφορά στα «18 Κείμενα», από τον Ε. Κίλι, είναι μάλλον άκαιρη, και από την εποχή του Μ. Αναγνωστάκη και του Τ. Πατρίκιου τουλάχιστον γνωρίζουμε καλά πως «Κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες». Οι νέοι ποιητές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συστρέφονται αυτάρεσκα στο μεταμοντέρνο «γαϊτανάκι της παγκοσμιοποίησης» και η παρούσα συλλογή είναι αρκούντως πληθωρική στην (δικαιολογημένα, νεανική) οίηση, ισχνή όμως ως προς το τελικό ποιητικό αποτέλεσμα, παρά τους διθύραμβους του Guardian περί «επαναστατικοποίησης της νεοελληνικής ποίησης».

Το ερώτημα του Γ. Π. Σαββίδη «Ο Καρυωτάκης ανάμεσά μας ή τι απέγινε εκείνο το μακρύ ποδάρι;» παραμένει σαράντα χρόνια μετά ειρωνικά αναπάντητο και οι νέοι ποιητές, εξωστρεφείς στην πλειονότητά τους, πόρρω απέχουν από το ποιητικό έργο του Γ. Χρονά, του Γ. Μαρκόπουλου, του Γ. Κοροπούλη, του Θ. Γκόνη κ.ά., κυρίως όμως από εκείνη την «ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου».