ΒΙΒΛΙΟ

Δεν ήταν βιογράφος

den-itan-viografos-2146241

ΕΛΕΑΝΝΑ ΒΛΑΣΤΟΥ
Ο βιογράφος
εκδ. Πόλις, σελ. 170

«Ο Θωμάς Καμπέρης ανατρίχιασε με τη συσσώρευση τόσων κλισέ». Με εντολοδότη την Ελεάννα Βλαστού εισδύει στο άντρο της οικογένειας Χριστοδούλου, όνομα συνώνυμο μιας αυτοκρατορίας στον χώρο της κλωστοϋφαντουργίας, προκειμένου να συντάξει ένα διορθωτικό χρονικό της οικογενειακής επιχείρησης. Τον εξωραϊσμό τού εν λόγω ονόματος επέτασσε μια σκανδαλοθηρική βιογραφία, που σκάλιζε τα ακατονόμαστα. Το βιβλίο παρακολουθεί την πρώτη συνάντηση του Καμπέρη με τα επιφανέστερα μέλη της οικογένειας, η οποία εν μέσω κρίσης διατηρούσε τα προνόμια που είχε διασφαλίσει, ή διαρπάξει, από τα κατοχικά κιόλας χρόνια. Ο έμμισθος βιογράφος έρχεται αντιμέτωπος με τα κλισέ των κοσμικών στηλών και των λιγότερο λουστραρισμένων υποσημειώσεών τους, αλλά και με την κοινοτοπία που δυναστεύει το δικό του βλέμμα, ιδίως όταν αποδύεται σε ψυχογραφικές και κοινωνιολογικές βυθοσκοπήσεις. Βέβαια, όπως ο ίδιος παραδέχεται, «δεν είχε τα προσόντα για να κάνει ψυχογραφήματα».

Πρώην πολιτικός συντάκτης, που διέπρεψε ως εξυπηρετικότατος μεσάζοντας τον καιρό της χαράς και της απλοχεριάς, συμβάλλοντας με ζήλο στη θριαμβολογία της εποχής, ο Καμπέρης φτάνει στο αρχοντικό των Χριστοδούλου θεραπευμένος από τα κουσούρια της ματαιοδοξίας. Το έργο που του ανέθεσαν, δεν σήκωνε ψευδαισθήσεις σπουδαιότητας. Τον είχαν προσλάβει για να τους καθαρίσει. Ωστόσο, η βιογραφία που επιβάλλεται στις σελίδες είναι η άλλη, η «βρώμικη». Οσο ο Καμπέρης ακούει τις εξιστορήσεις των Χριστοδούλου, ανασκαλεύει στο μυαλό του αποσπάσματα από το βιβλίο του άλλου βιογράφου, ενώ από την πλευρά του η μερική ή η διαμεσολαβημένη γνώση των γεγονότων δεν του επιτρέπει να αντικρούσει τις βιογραφημένες πομπές. Ομως, δουλειά του δεν ήταν να παραβιάσει ιδιωτικά συμφωνητικά, να βρει την άκρη του νήματος και να μαζέψει τα κουβάρια σε κουβαρίστρες, αλλά να καταρτίσει μια ευπρεπή αφήγηση, δίνοντας κάποια συνοχή στο «κουβεντολόι» των συγγενών που τον περιέβαλλαν. Οι Χριστοδούλου μιλούσαν για την εποποιία τους, αγνοώντας ότι δοκίμαζαν επικίνδυνα τα νεύρα του επίδοξου βιογράφου τους. «Τετριμμένες συζητήσεις κενές ουσίας, που θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με άλλες κοινοτοπίες, που μόνο όταν πρωτοειπώθηκαν θα είχαν κάποιο ενδιαφέρον».

Ωστόσο, η ουσιωδέστερη δουλειά που επωμίζεται ο Καμπέρης δεν είναι η βιογραφία των Χριστοδούλου, αλλά η βιογραφία της ελληνικής οικονομίας από την Κατοχή μέχρι σήμερα· εγχείρημα που υπερβαίνει τις δυνατότητές του. Η κριτική του ικανότητα επαρκεί μόνο για χονδροειδείς επιμερισμούς και προφανή πορίσματα. «Μπορεί η πρώτη γενιά να είναι σπεκουλαδόροι-δωσίλογοι, η δεύτερη πατριώτες και η τρίτη ερασιτέχνες της ζωής, αλλά εκεί όπου ανθούν οι ηθικές και οι θρησκευτικές αγκυλώσεις ευδοκιμεί και η πραγματική υποκρισία». Αλλού, σκεφτόμενος σαν οικονομολόγος, διαπιστώνει: «Το κράτος δεν υπήρξε ποτέ σύμμαχος και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες ήταν πάντα δαιμονοποιημένες».

Πέρα από τα ανθρωπολογικά και οικονομολογικά του ενδιαφέροντα, ο Καμπέρης διαθέτει επίσης αξιώματα περί τέχνης. Συλλογίζεται, λόγου χάριν, ότι «ακόμα και η υποδεέστερη μορφή τέχνης είναι έμπλεη πνευματικότητας και προϋποθέτει κάποια περισυλλογή». Πάντως στο σημείο όπου μνημονεύει τον Καραβάτζο και τη δεινότητά του στην υπόδειξη της σκοτεινής πλευράς του κόσμου, μάλλον στερείται πνευματικότητας. Γενικότερα, φαίνεται να πάσχει από ένα παράξενο, όχι όμως και σπάνιο, είδος σοφίας, την κοινοτοπία μετά στόμφου. Αλλά και η Βλαστού δεν τον βοηθάει ιδιαίτερα. Τη μια ξεχνάει το όνομά του και τον αποκαλεί Καραμπέρη, την άλλη τον βάζει να πηγαίνει «μια ώρα πρωινή» σε ένα σπίτι, «από όπου ακουγόταν η τηλεόραση συντονισμένη στη μεσημεριανή ζώνη», ενώ αμελεί να του μάθει ότι ο «παρανομαστής» (δις) είναι «παρονομαστής». Ακόμα και την καταληκτική του απόφανση υπονομεύει με ασυνταξία, αφήνοντάς τον να μιλήσει για την «αδιαφάνεια της ίδιας της ζωής, που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να εισχωρήσει και να τη διαπεράσει».

Οπως και να ’χει, πρέπει να του αναγνωριστούν κάποια ελαφρυντικά. «Δημοσιογράφος ήταν, δεν ήταν βιογράφος και ούτε είχε γράψει ποτέ κείμενο μεγαλύτερο από χίλιες λέξεις».