ΒΙΒΛΙΟ

Σε ποια ερώτηση υπάρχουν απαντήσεις;

se-poia-erotisi-yparchoyn-apantiseis-2165802

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
Lady Cortisol
εκδ. Πατάκης, σελ. 126

Μ​​ια γυναίκα απαντάει στις εξαντλητικές ερωτήσεις ενός απρόσωπου, απροσδιόριστου άνδρα. Την ατέρμονη συνεδρία ερωτώντος και ερωτώμενης παρακολουθεί ένας επίσης απροσδιόριστος αφηγητής, που δίνει τον τόνο και τον ρυθμό, σαν τυμπανιστής, σε έναν πλου απρόβλεπτο, σε ταραγμένα νερά. Πάνω σ’ αυτά τα τρία πρόσωπα δομείται το καινούργιο βιβλίο του Μισέλ Φάις, που κι αυτό έχει γεννηθεί από την κοινή μήτρα της πεζογραφίας του, τον σχοινοτενή, παραληρηματικό μονόλογο. Κι εδώ, αρχίζει το αίνιγμα. Ποια είναι αυτή η γυναίκα, ποιο το πρόσωπό της; Είναι μια ύπαρξη που περιπλανιέται «στην έρημο του ερωτάν», αναγκασμένη να απαντά γιατί αλλιώς θα υποκύψει στον εαυτό της και θα υποστεί όλες τις πιθανές παρενέργειες που συνδέονται με το όνομά της – λαίδη Κόρτιζολ; Και ποιος είναι ο άνδρας που την ανακρίνει, στεγνός, άκαμπτος, επαγγελματικός, ανεπηρέαστος από τις παρεκκλίσεις και τα λοξοδρομίσματά της, σαν να ακολουθεί κατά γράμμα ένα αυστηρό ερωτηματολόγιο, χωρίς ποτέ να μπαίνει στον πειρασμό να συμβαδίσει με τον δικό της ρυθμό, αλλά επαναφέροντάς την κάθε φορά, «με την ακύμαντη φωνή του», την «παγερή χροιά του», στη στενωπό που οροθετούν οι καταιγιστικές ερωτήσεις του; Τι είναι αυτός ο άνδρας; Ψυχαναλυτής, ουδέτερος, αποστειρωμένος, in absentia; Ανακριτής-αρχειοθέτης; Εργοδότης, καλλιτέχνης που αναζητεί έμπνευση, τυραννικός εραστής, παράξενος ερευνητής που τη χρησιμοποιεί ως πειραματόζωο σε κάποιο ανεξιχνίαστο πείραμα, πατέρας, Θεός, ίσως; Ή μήπως μια συνείδηση που εμμέσως τύπτει, εγκαλεί, αφυπνίζει;

Γιατί η συνεδρία τους δεν είναι συνομιλία. Δεν έχει δούναι και λαβείν, δεν προσφέρει την απόλαυση ή την ειρήνη της συμβιωτικής λεκτικής ανταλλαγής. Απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν που ρωτάει και σ’ αυτόν που απαντάει δεν υπάρχει. Εξάλλου, εκτός ψυχανάλυσης, ανάκρισης, πειραματισμού, παραισθητικής εμπειρίας, σε καμιά ερώτηση δεν υπάρχουν απαντήσεις. Το συνομιλείν, το διαλέγεσθαι έχει πεθάνει. Σε μια εποχή αδιάκοπου λήρου, όπου οι πάντες ερωτούν και οι πάντες απαντούν, συνήθως ερήμην της ερώτησης και εν πλήρη αδιαφορία για την απάντηση, κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν και κανείς δεν έχει τίποτα να ανταλλάξει με κανέναν. Και επιπλέον, οι ερωτήσεις που θέτουμε προς τον Αλλον, συνήθως είναι ερωτήσεις εις εαυτόν. «Κωλώνω να ρωτήσω τον εαυτό μου και ρωτάω εσένα», λέει ο αφηγητής. «Απάντηση δι’ αντιπροσώπου. Παίρνω το χέρι σου και το βουτάω εκεί που φοβάμαι να βουτήξω το δικό μου».

Ενας άνδρας, λοιπόν, έχει απέναντί του μια γυναίκα. Η σχέση τους είναι εκ των πραγμάτων σχέση εξουσίας. Η ερωταπόκριση είναι, έτσι κι αλλιώς, μια τεχνική ελέγχου. «Ολες οι ερωτήσεις στον ερωτώντα καταλήγουν», λέει σε κάποιο σημείο ο αφηγητής. Ομως η υπεροχή και η εξουσία, συμπεριλαμβανομένης και της ταυτότητας ως εξουσίας, είναι ουσιωδώς ανάπηρα, εξαρθρωμένα, εξαρχής υπονομευμένα στη μυθοπλασία του Φάις. Οσο για την εξουσία της ταυτότητας κι αυτή καταπίπτει, καθώς η γυναίκα αφήνεται στο εξομολογητικό μάελστρομ που την παρασύρει, αδιάκοπα μετατοπιζόμενη και ιλιγγιωδώς περιδινούμενη από τη μια διάθεση στη διαμετρικά αντίθετη, από το ένα προσωπείο στο επόμενο, από το ένα όνομα στο άλλο, όλα τους προσωνύμια ενός συμπτώματος από τα πολλά που προκαλεί η υπερέκκριση της κορτιζόλης της ορμόνης του άγχους, του πανικού και της κατάθλιψης.

Πάντως η ανωνυμία της ηρωίδας –ή τα πολλά της ονόματα, που είναι το ίδιο– όσο κι αν επηρεάζει τόσο το δικαίωμα για ταυτότητα όσο και την οδό προς την ταυτότητα, δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να έρθει αντιμέτωπος με τους δικούς του σημαντικούς Αλλους.

Υιοθετώντας τη γυναικεία θέση, ο Μισέλ Φάις απομακρύνεται από την αποκλειστική εστίαση στον εαυτό του και παρ’ ότι αυτοβιογραφούμενος, όπως στα περισσότερα έργα του, απομακρύνεται από το Εγώ και ανοίγεται άλλη μία φορά στην ετερότητα. Οσο για τη θεατρική δομή της νουβέλας του, αυτή παρέχει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μιλήσει χρησιμοποιώντας μιαν αντωνυμία που δεν είναι προσωπική, αλλά δεικτική: Εκείνη.