ΒΙΒΛΙΟ

Πυκνός πληθυσμός από γυναίκες

pyknos-plithysmos-apo-gynaikes-2169853

ΦΟΙΒΗ ΓΙΑΝΝΙΣΗ
Ραψωδία
εκδ. Gutenberg, 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
Πολωνία
εκδ. Καστανιώτης, 2016

Αποτελεί κοινό μυστικό στα λογοτεχνικά ακροατήρια εδώ και δεκαετίες: δεν είναι μόνο που ο αναγνωστικός πληθυσμός της ποίησης συρρικνώθηκε. Είναι και που οι απαγγελίες των ποιημάτων, είτε από τους ίδιους τους ποιητές είτε ακόμη χειρότερα (κατά τη γνώμη μου) από ηθοποιούς, είναι μια τρομερά βαρετή υπόθεση. Ωχριούν μπροστά της τα «βαθιά χασμουρητά» με τα οποία χρέωσε ο Σαββόπουλος τους σκηνοθέτες. Οι ποιητές Φοίβη Γιαννίση (1964) και Παναγιώτης Ιωαννίδης (1967), από τις γοητευτικότερες επί σκηνής παρουσίες, έχουν συνδέσει πλέον το όνομά τους με λιγότερο γνωστά αλλά ολοένα περισσότερο επίμονα εγχειρήματα «ζωντανής» παρουσίασης της ποίησης, δικής τους και άλλων, ελληνικής και μεταφρασμένης: είναι ένα νέο δεδομένο που και ευήκοα ώτα βρίσκει και χτυπά με ενοχλητική επιμονή τις κατεστημένες θύρες που, πλήρως εναρμονισμένες με τον ρόλο τους, κωφεύουν. Και οι δυο «χρησιμοποιούν» στις ζωντανές εμφανίσεις που διοργανώνουν τους ίδιους τους ποιητές και τις ποιήτριες, καθώς και μουσικούς, εικαστικούς κ.ά.

Από την τέταρτη συλλογή της («Ομηρικά»), που συμπεριλάμβανε cd με ηχογραφημένη απαγγελία, η Γιαννίση εκδήλωσε το ενδιαφέρον της για τη ζωντανή εκφορά του ποιητικού λόγου. Την παρακολουθήσαμε, στη συνέχεια, να παρουσιάζει το έργο της «Τέττιξ» (περιλαμβάνεται στη Ραψωδία) σε πολυφωνική επιτέλεση στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ενώ πέρυσι είδαμε στο μουσείο της Αγγελικής Χατζημιχάλη, στην Πλάκα, την παράσταση «ΑΙΓΑΙΩ_Τραγούδια». Στην υπό συζήτηση συλλογή της με τίτλο «Ραψωδία» η Γιαννίση «ράβει», συνθέτοντας ένα σύνολο ποιημάτων που, εμφανώς, τείνουν να ανέβουν κλίμακα προς την κατεύθυνση της ωδής, του τραγουδιού, χωρίς να εγκαταλείψουν εντελώς τη μοντερνιστική τους μήτρα. Η ποιήτρια ανήκει στις ελάχιστες όχι μόνο στη γλώσσα μας αλλά και σε ευρύτατο φάσμα γλωσσών και πολιτισμών (όσο μπορεί κανείς να το ελέγχει) που όχι μόνον γράφει πρόδηλα ως γυναίκα, αλλά νομιμοποιεί και μιαν άλλη ιδιότητα, σχεδόν εξοβελισμένη από τα σπουδαστήρια της ποίησης: τη μητρότητα. Η μέριμνά της για τη φωνητική-σωματική εκφορά του ποιητικού λόγου αντιστοιχεί σε μια ποίηση που δεν αδιαφορεί για τον ρυθμό, το μέτρο, τη μουσικότητα. Μια σύγχρονη πρόσληψη της ελληνικής αρχαιότητας, είτε μέσα από τη γραμματεία είτε μέσα από το βιωμένο ελλαδικό/ελληνικό τοπίο, την απασχολεί επίσης σταθερά.

Οπως και ο Ιωαννίδης στην «Πολωνία», την τρίτη του ποιητική συλλογή, έτσι και η Γιαννίση στη «Ραψωδία» προσεγγίζουν, για όποιον τους παρακολουθεί μέσα στα χρόνια, την ωριμότητα. Τα «Περί ύπνου» ποιήματα της «Ραψωδίας», γραμμένα «πάνω σε 4 ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη με το βουνό Πήλιο» και κάμποσα ποιήματα της «Πολωνίας» (1 Νοεμβρίου, Κύκνος, Lazienki, Jan III, Κανείς μας κ.ά.) συγκαταλέγονται στα ευφυέστερα και πιο καλοφτιαγμένα σύγχρονα ελληνικά ποιήματα.

Από τον Δεκέμβριο του 2011 ο Παναγιώτης Ιωαννίδης επιμελείται, σχολαστικά και με συνέπεια, τις περιοδικές ποιητικές αναγνώσεις «Με τα λόγια γίνεται» [μτλγ], που φιλοξενούνται από την Ελληνοαμερικανική Eνωση της οδού Μασσαλίας. Και η δική του ποίηση είναι αυστηρά ρυθμισμένη κατά το ύφος, τον ρυθμό και το μέτρο. Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι οι ποιητές αυτοί πιάνουν, πράγματι, τον στίχο τους σκυφτοί, σαν το ψωμί από χάμω, όπως το θέλησε ο Τέλλος Αγρας, όχι επειδή προσχώρησαν σε κάποια σχολή ή συρμό της φόρμας αλλά επειδή αυτή είναι, για την καλή ποίηση, μια φυσική αναγκαιότητα.

Εκεί που η Γιαννίση αναμετράται με την ελληνική αρχαιότητα, ο Ιωαννίδης προσεταιρίζεται το απολύτως ξένο: μια «Πολωνία», με την ιστορία και τη γλώσσα της, γίνεται ο γόνιμος τόπος της ποίησής του. Κι όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, ιδίως αν ο ποιητής είναι διαβασμένος και πειθαρχημένος επαρκώς, ώστε να μην κουράσει με τη φλυαρία των γνώσεών του, η Πολωνία γίνεται μύθος και ιδιότητα, αξία και φίλτρο: πένθος και ακατάλυτη δύναμη είναι οι ροές που την αρδεύουν ενώ ο εξωτισμός της ελληνικής της πρόσληψης λειτουργεί απελευθερωτικά για τον ευφάνταστο αναγνώστη. «Γυναίκες δυο-δυο σε παγκάκια/ στης αυλής το τραπέζι να αγναντεύουν τη θάλασσα/ λόγια γεμάτες από το στόμα πηγή/ τ’ αυτιά της φιλενάδας να βρέχουν» γράφει η Γιαννίση («Πλατανίδια»), ενώ ο Ιωαννίδης διαμεσολαβεί, εκτός από την Πολωνία, και άλλα δεδομένα «ξένων» πολιτισμών: «Η Τζαίην και η Κασσάνδρα/ έχουν στεφανωθεί η μια την άλλη/ –έγραφε η κυρία Ωστιν–/ Πριν απ’ την ώρα τους φορέσαν/ μεσόκοπα φορέματα» («Schokoladefest»).

Ελληνίδες ή Πολωνέζες, Βρετανίδες αστές ή χωριάτισσες του Πηλίου, οι γυναίκες είναι ο πυκνός, ο κυρίως πληθυσμός και των δυο ποιητικών συλλογών, ακόμη κι όταν απλώς παρίστανται σε ποιήματα, στα οποία πρωταγωνιστούν οι άντρες. Οι άντρες μοιάζει να βρίσκονται καρφιτσωμένοι στην οθόνη, οι γυναίκες ακούγονται να ψιθυρίζουν εκ των ένδον, μέσα από τους στίχους.