ΒΙΒΛΙΟ

Ο Λουκιανός των ’50s

Ο Λουκιανός των ’50s

Λ​​ίγο ήθελε να κλείσει τα δεκατρία ο κύριος Γκρι τον Ιούλιο του 1983, όταν έγινε το πάρτι του Λουκιανού Κηλαηδόνη στη Βουλιαγμένη (φωτ.). Δεν είχε αρχίσει ακόμα τις μεγάλες βόλτες – ίσα ίσα που είχε καταφέρει να φτάσει από τη Γλυφάδα στο νεόδμητο τότε ΟΑΚΑ για να δει την ΑΕΚ να κερδίζει τον ΠΑΟΚ στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας.

Μεγαλώνοντας όμως ακριβώς πάνω στα σύνορα Γλυφάδας – Βούλας, κατάφερε να ξεπορτίσει για λίγο και να πάρει από απόσταση, και για πολύ λίγο, μια μυρωδιά απ’ το περίφημο πάρτι: μουσικές, φώτα, φωνές και η θάλασσα να φωτίζεται μέσα στη νύχτα από τους προβολείς.

Δεν θυμάται τίποτε άλλο από εκείνη τη βραδιά. Μονάχα τον εκνευρισμό του που δεν μπορούσε να βρεθεί μέσα στο πλήθος (στα δεκατρία του, ο κύριος Γκρι ήταν πολύ πιο ανεκτικός απέναντι στα πλήθη και τις συναυλίες απ’ ό,τι σήμερα…) και τους δίσκους του Λουκιανού που έπαιζε στο πικάπ ο μεγάλος του αδελφός.

Ο κύριος Γκρι ποτέ δεν τα πήγε καλά με την ελληνική μουσική, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο ποτέ δεν θεώρησε ακριβώς «ελληνικά» τα τραγούδια του Λουκιανού. Κι ωστόσο, ήταν όλα τους ελληνικότατα. Οι στίχοι τουλάχιστον. Διότι μουσικά όλο το πράγμα παρέπεμπε σε ακούσματα της πέρα από τον Ατλαντικό όχθης, σε ένα μεσογειακό μπλουζ ή αλλιώς μια ιδιότυπη βαλκανική κάντρι, τόσο αναγνωρίσιμη όσο και η κόμη του Λουκιανού. Πραγματικά, δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσεις μελωδία του και να μην τον αναγνωρίσεις, πολύ πριν αρχίσει να τραγουδά.

Ο κύριος Γκρι είχε τότε διαβάσει μια συνέντευξη του Ελληνα μουσικού, όπου έλεγε πως όταν μεγάλωνε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’50 είχε τον νου του στραμμένο στα αμερικανικά φίφτις, στον Μπιλ Χάλεϊ, τον Μπιγκ Τζο Τέρνερ, στον Τσακ Μπέρι, στους Πλάτερς, στα λάτιν και στον πρόωρα χαμένο (και ανυπέρβλητο) Χανκ Ουίλιαμς. Από τότε, ταύτισε μέσα του τον Λουκιανό με τα ’50s των τζουκ μποξ. Μετά και το περίφημο άσμα «Θα κάτσω σπίτι», τον ταύτισε με τον (επίσης πρόωρα χαμένο) σκηνοθέτη Νίκο Νικολαΐδη, ο οποίος έλεγε πως δεν βγαίνει ποτέ απ’ το σπίτι του διότι δεν υπάρχει περίπτωση να συναντήσει τον Μπόγκαρτ ή τον Τζέιμς Ντιν, οπότε, τι νόημα έχει;

Μεγαλώνοντας, ο κύριος Γκρι λησμόνησε τον Λουκιανό και το πάρτι της Βουλιαγμένης. Ωσπου ανέσυρε από το YouTube ένα τραγούδι του για να το παίξει στην 15 μηνών κόρη του: «Τζιν τζιν τζιν/ πώς του παν’ καλέ τα τζιν». Ο κύριος Γκρι λέει πως ο Λουκιανός το είχε γράψει για τη δική του κόρη όταν ήτανε μικρή. Και ξαφνικά κατάλαβε γιατί ποτέ δεν του φαινόταν «ελληνική» η μουσική του: δεν είχε τίποτα από την κατήφεια, τον καημό, το βάρος ή τη μιζέρια και την γκρίνια του κανόνα των ελληνικών τραγουδιών. Ο ανάλαφρος Λουκιανός, ο χιουμορίστας, ο ακομπλεξάριστος – με μια γλυκιά δόση μελαγχολίας ωστόσο σε μια γωνιά, όπως στα «Καλύτερά μας χρόνια». Ισως ήταν η αθωότητα των δικών του ’50s. Και ορίστε, τώρα που έφυγε για πάντα, ένα μωρό ακούει ένα τραγούδι του και γελάει χωρίς να καταλαβαίνει ακόμα τους απλοϊκούς, τρυφερούς στίχους του. «Λα λα λα/ Το κορίτσι μου γελά/ Δες το που γελά, λα λα λα/ Δες το που γελά»…