ΒΙΒΛΙΟ

Περίτεχνη «άσκηση ύφους» στη φόρμα του θρίλερ

peritechni-askisi-yfoys-sti-forma-toy-thriler-2175884

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΔΗΣ
17 ώρες
εκδ. Πατάκη, σελ. 204

Ο Πέτρος Μαρτινίδης ξεχωρίζει για πολλούς λόγους: πρώτον, για την αρχιτεκτονική και αισθητική παιδεία και, βέβαια, για την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία στο ΑΠΘ, δεύτερον, για τη λογοτεχνική του παραγωγή, που συνδέεται στενά με το αστυνομικό αφήγημα, τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, γιατί σε ανύποπτο χρόνο έθεσε τα θεμέλια για την αποκατάσταση της «παραλογοτεχνίας» στην Ελλάδα. Στα «αστυνομικά» του έργα κυρίαρχη θέση κατέχει η Θεσσαλονίκη, η πάλαι ποτέ «πρωτεύουσα των προσφύγων» και έδρα της περίφημης «ποιητικής σχολής», όμως σε μια σύγχρονη, συχνά ανοίκεια διάσταση, ως τοπογραφία και σκηνικό μιας παραβατικότητας «άνευ όρων, άνευ ορίων», που τελευταία αναδεικνύει τη σύγχρονη εκδοχή μιας Ελλάδας στην περιδίνηση μιας αέναης κρίσης.

Στο 11ο βιβλίο του, ο συγγραφέας «στήνει» μαεστρικά μια μηχανορραφία που εκτυλίσσεται αποκλειστικά στο επίπεδο της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας, αφού αφήγηση, δράση και πλοκή ξετυλίγονται ανάμεσα στον ήρωα, έναν άνεργο ουσιαστικά δημοσιογράφο, και τον εκβιαστή, μέσω ανταλλαγής εκτενών (από την πλευρά του αφηγητή) ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία θα πρέπει εντός 17 ωρών να έχουν απαντήσει πειστικά στο who and why dunnit (ορολογία στην αστυνομική λογοτεχνία που σημαίνει «ποιος και γιατί το έκανε;») το έγκλημα. Ολα αρχίζουν από μια βομβιστική ενέργεια στην καρδιά της πόλης, στο γεφυράκι μεταξύ Ροτόντας και Εθνικής Αμύνης, που θα «ενώσει» διά παντός τη μοίρα των πέντε θυμάτων, θυμίζοντας κάτι από το μυθιστόρημα του Θόρντον Ουάιλντερ «Το γεφύρι του Σαν Λούις Pέι». Ο τυχαία παρευρισκόμενος ήρωας θα αποδυθεί στην εξιχνίαση της σκοτεινής υπόθεσης, όμως πολύ σύντομα, δέσμιος του διαδικτυακού «ιστού της αράχνης», θα πρέπει να παραδίδει ανά ώρα την αναφορά του στον ανώνυμο εκβιαστή και απαγωγέα, που παρακολουθεί τα γραφόμενα σαν ψυχρός σχολιαστής-αναγνώστης, με την τριπλή κατηγορική προσταγή «θυμήσου-σκέψου-γράψε».

Ο Π. Μαρτινίδης καταφέρνει μέσα από μια περίτεχνη «άσκηση ύφους», στη φόρμα του θρίλερ, να κερδίσει εξαρχής τον αναγνώστη, καθιστώντας τον κοινωνό της αγωνίας του ήρωα, καθώς η κλεψύδρα του χρόνου αδειάζει πιεστικά και εκβιαστικά. Παράλληλα, στήνει μια ασθμαίνουσα αφηγηματική φόρμα, όπου, σαν στο «κουτί της Πανδώρας», κρύβονται και αποκαλύπτονται μεταξύ των θυμάτων, με εμβόλιμες διακειμενικές αναφορές (αλλά και εύστοχα, «πικρόχολα» σχόλια για τη σημερινή κατάντια της Αριστεράς), ένοχα μυστικά ανάμεσα στα θύματα, που ξεκινούν από την «επάρατο επταετία» και καταλήγουν στην ελληνική εκδοχή της «μετα-αλήθειας» (για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του συρμού) με τις παραδοξότητες της πολιτικής συγκυρίας που κινείται μεταξύ εθνικισμού και τοξικής ταξικότητας ή με τα λόγια του αφηγητή «λυρισμός και βλακεία, σταλινική αλητεία».

Στη στέρεη αρχιτεκτονική της πλοκής, συγγραφέας και αφηγητής ανταποκρίνονται πλήρως στην «αξία της λεπτομέρειας» (Γ. Ροτ), σ’ ένα ολοένα κλιμακούμενο «πανηγύρι της εικοτολογίας» μέχρι την απρόβλεπτη ανατροπή, που, όπως ξετυλίγεται δαιμονικά το νήμα της αφήγησης, αποκαλύπτει ιδιοτελή συμφέροντα και διαχρονικές πολιτικές σκοπιμότητες και υποκρισίες, καθώς προβάλλει ένα ζοφερό παρόν, με τη μορφή του τέρατος που συνηθίσαμε. Συναρπαστικό αφήγημα με έντονες πολιτικές αναφορές, ταυτόχρονα ακόμα ένα λογοτεχνικό hommage στη Θεσσαλονίκη.