ΒΙΒΛΙΟ

Η πτώση του Σοβιετικού ανθρώπου και το σήμερα

sovietikos1

ΣΒΕΤΛΑΝΑ ΑΛΕΞΙΕΒΙΤΣ
Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου
μτφρ.: Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου
εκδ. Πατάκης, σελ. 682

Το 1989 σηματοδοτεί το τέλος του (διπολικού) κόσμου όπως τον ξέραμε, και, σε αντίθεση με την αυτοπεποίθηση των REM (It’s the end of the world as we know it/ and I feel fine), δεν αισθανόμαστε ακόμα εντελώς καλά. Ομως, η πτώση της ΕΣΣΔ, εκτός από τις βεβαιότητες που γκρέμισε, επέφερε στη μετασοβιετική κοινωνία απανωτά και ισχυρά πλήγματα στη βάση και το εποικοδόμημα, κυρίως όμως τραυμάτισε ανεπανόρθωτα τον ρωσικό λαό.

Η Σβετλάνα Αλεξίεβτς (Βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Βιβλιεμπορίου 2013, Νομπέλ Λογοτεχνίας 2015) συνθέτει ένα πολυφωνικό μνημειώδες έργο, καταγράφοντας με ακρίβεια σεισμογράφου τις μαρτυρίες των «κόκκινων ανθρώπων», όλων εκείνων που, κάποτε, στεγάστηκαν κάτω από το μεγαλεπήβολο όραμα του «σοβιετικού ανθρώπου», εργάστηκαν σκληρά για την υπόθεση του σοσιαλισμού σε μία χώρα, θυσιάστηκαν στον βωμό των σταλινικών εκκαθαρίσεων και  θυσίασαν τη ζωή τους στον  Μεγάλο  Πατριωτικό  Πόλεμο και στο τέλος, βρέθηκαν στο περιθώριο της ζωής και της Ιστορίας.

Το «μυθιστόρημα φωνών»

Εκατό χρόνια από το πρώτο πολιτικό Big Bang στην ιστορία του 20ού αιώνα, όταν ξέσπασε η Επανάσταση των Μπολσεβίκων και 28 χρόνια από την κατάρρευση της πάλαι ποτέ Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, είναι πολλά, και ταυτόχρονα λίγα, για να αποτιμήσει κανείς τις συνέπειες μιας επανάστασης, που ξεκίνησε με όραμα την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα κοινωνικά δεσμά και κατέληξε στον εφιάλτη μιας νέας καταδυνάστευσης.

Στο βιβλίο της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, μία σημαντική συμβολή στο πεδίο της προφορικής ιστορίας (oral history), επιβεβαιώνεται απόλυτα η κρίση της Κάρμεν Ελερ (ΖΕΙΤ), ότι «οι ιστορικοί συνήθως μιλούν στον πληθυντικό: στρατιώτες, κρατούμενοι, σταλινιστές. Σε αυτές τις ομάδες δίνει η Αλεξίεβιτς πρόσωπα».

Διαβάζοντας τις εξομολογήσεις των πρώην Σοβιετικών πολιτών, φέρνει κανείς στην εικόνα τα πρόσωπά τους, σκαμμένα από τη «ρωγμή του χρόνου», του ιστορικού, του βιωμένου, του «μεταχειρισμένου» (second hand), του χαμένου και του κερδισμένου, που σπαταλήθηκε παλιότερα στην κολεκτιβοποίηση, τα «πεντάχρονα πλάνα» και τα «γκούλαγκ», στον «Πατερούλη» και στη χρουστσοφική αποσταλινοποίηση, και κερδήθηκε, πρόσκαιρα, στον ρωσικό φουτουρισμό και τον κονστρουκτιβισμό, στην εκτόξευση της σκυλίτσας Λάικα και του Γιούρι Γκαγκάριν στο Διάστημα, στα ολυμπιακά μετάλλια των Σοβιετικών αθλητών και στην ποδοσφαιρική σχολή του Βαλερί Λομπανόφσκι, κυρίως όμως στα χρόνια που ακολούθησαν την περεστρόικα. Είναι οι απόγονοι των Oktjabrenok, των «παιδιών του Οκτώβρη», που καλούνται να θυμηθούν, αλλά και να κατανοήσουν, έστω εκ των υστέρων, πώς έζησαν σ’ αυτό το σύστημα, πώς επιβίωσαν και πώς ερωτεύτηκαν, τι γλώσσα μιλούσαν («Ψάχνω τη γλώσσα.

Ο άνθρωπος έχει πολλές γλώσσες», σημειώνει η Αλεξίεβιτς στην αρχή), πώς εκμεταλλεύτηκαν γνώσεις και δεξιότητες πριν και μετά, όταν το 1990 καταρρέουν τα πάντα: το σοβιετικό κράτος και μοντέλο, κυρίως όμως τα όνειρα και οι αυταπάτες για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», αλλά και οι ανάλογες ψευδαισθήσεις για τον «σωτήριο καπιταλισμό».

Λήθη και αλήθεια

Παραλλάσσοντας τον Μίλαν Κούντερα, το έργο της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς είναι ένα «βιβλίο της πίκρας και της μνήμης», μία συλλογική εξομολόγηση-ποταμός, μία λάβα απόγνωσης. Σαν ένα ορατόριο που ερμηνεύεται από τις βαθιές, στεντόρειες φωνές της χορωδίας του Κόκκινου Στρατού, μόνο που οι χορωδοί εδώ είναι μόνοι, απογυμνωμένοι και απροστάτευτοι, συνεπαίρνει τον, υποψιασμένο κυρίως, αναγνώστη, καθώς σκοντάφτει σχεδόν σε κάθε πρόταση, στην οποία ανακαλείται το παρελθόν και περιγράφεται μόνο το παρόν, αφού, όπως προφητικά έγραφε ο συγγραφέας Αλεξάντερ Γκριν (γνωστός από τα «Πορφυρά πανιά», αλλά ακόμα περισσότερο από τον «Κυνηγό των αρουραίων»), «Και το μέλλον με κάποιο τρόπο δε βρισκόταν πια στη θέση του». Εδώ συγκρούονται μεγάλες προσδοκίες και πικρές διαψεύσεις, που συχνά διανθίζονται με ένα ανέκδοτο («Κομμουνιστής είναι αυτός που διάβασε τον Μαρξ και αντικομμουνιστής αυτός που τον κατάλαβε»), κι εδώ συναντώνται, βγαλμένοι από τις καλύτερες παραδόσεις της ρωσικής λογοτεχνίας, οι αργόσχολοι Ομπλόμοβ και οι δραστήριοι επιχειρηματίες Στολτς με τους «απαράτσνικους» και τους Σταχανοβίτες και ό,τι ο Μιχάλης Κατσαρός, στο «Κατά Σαδδουκαίων», παρώδησε με τον στίχο «Η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε/ δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια», για να έρθει εκείνη η μέρα, όπου «η λέξη “ουμανιστής” ακουγόταν σαν ιατρική διάγνωση», κι εδώ καταγράφεται ενδελεχώς, με την αυθεντικότητα και τη ζωντάνια του προφορικού λόγου ο «έρωτας και το μίσος» για τον Γκορμπατσόφ, ως προσωποποίησης του Καλού και του Κακού.

Η Αλεξίεβιτς αφουγκράζεται, καταγράφει, παρατηρεί: κινείται αδιάκοπα στη «μικτή ζώνη» της κοινωνιολογίας, της ανθρωπολογίας και της (προφορικής) ιστορίας, αλλά δεν χάνει τον μίτο της αφήγησης στη δαιδαλώδη και ενδεκαετή, από το 1991 έως το 2012, αναζήτησή της, καθώς οργανώνει το εμπειρικό υλικό σε δύο μείζονα μέρη («Η παρηγοριά της αποκάλυψης», όπου εμφιλοχωρεί και η βιβλική διάσταση του όρου, και «Η γοητεία του κενού»), που αρθρώνονται πάνω στους άξονες δημόσιο-ιδιωτικό («από τον σαματά του δρόμου και τις συζητήσεις στην κουζίνα»), χτες-σήμερα, κομμουνισμός-μετακομμουνισμός, ελπίδα-διάψευση.

Στο ογκώδες υλικό των μαρτυριών και εξομολογήσεων αποκαλύπτεται όχι μόνο ο μηχανισμός διαχείρισης μιας τεράστιας οικονομίας και κοινωνίας, αλλά, κυρίως, ό,τι κρύβει και φανερώνει η πολυπλόκαμη και δυσνόητη για τον δυτικό ορθολογισμό «ρωσική ψυχή», που ταλανίζεται ανάμεσα στο πάθος και την απόγνωση, ήδη από τα χρόνια του Πούσκιν, του Ντοστογιέφσκι, του Μαγιακόφσκι, του Μάντελσταμ και πολλών άλλων λογοτεχνών και ποιητών (διόλου τυχαία, οι τελευταίοι διεκδικούν τα πρωτεία στην «ποίηση της αυτοκαταστροφής», καθώς θεματοποιούν, αλλά και υλοποιούν την ιδέα της αυτοκτονίας).

Στο «Τέλος του κόκκινου ανθρώπου», μέσα από το πλήθος των συγκλονιστικών μαρτυριών, των οξυδερκών διαπιστώσεων, αλλά και συχνά αφοπλιστικών επιχειρημάτων, εξυφαίνεται η ανθρώπινη μοίρα και η κατακερματισμένη συλλογική και ιστορική μνήμη, ο πολιτισμός και ο ψυχισμός ενός λαού, βαθιά καλλιεργημένου και «ανάδελφου», που συνεθλίβη στο δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», δημιουργώντας έναν άλλον «μονοδιάστατο άνθρωπο». Η Αλεξίεβιτς παρουσιάζει μία «ματριόσκα» της ανάμνησης, της απαντοχής και της οργής, ένα «ομαδικό πορτρέτο» των χαμένων προσδοκιών, αλλά κι ένα επώδυνο «χρονικό των συναισθημάτων».