ΒΙΒΛΙΟ

Μια προσμονή του παραδείσου

Μια προσμονή του παραδείσου

Ε​​ίναι νύχτα του Οκτωβρίου του 2012 και ο Ολιβερ Σακς γράφει μανιωδώς στο σπίτι του. Απ’ έξω, μια μποτιλιαρισμένη 8η Λεωφόρος –βρισκόμαστε στο Μανχάταν– εισβάλλει βίαια στο διαμέρισμα. Αλλά ο Σακς δεν ακούει τίποτα. Αντίθετα, ο διάσημος νευρολόγος και συγγραφέας είναι απορροφημένος από αυτό που γράφει, προσπαθώντας να θυμηθεί ολόκληρη την εξής φράση: «…μια υπέροχη προσμονή του παραδείσου».

Σε ποιον ανήκει; Ο Μπιλ Χέιζ λέει στον Σακς πως πρέπει να είναι του Σαίξπηρ. Ο Σακς τον διορθώνει: «Κοντά έπεσες – αλλά δεν είναι». Η φράση ανήκει στον σερ Τόμας Μπράουν (1605-1682) αλλά ο Σακς δεν θυμάται τίποτα άλλο. Ετσι, οι δύο άνδρες σκαλίζουν τις βιβλιοθήκες του σπιτιού.

Η σκηνή αυτή συμβαίνει τρία χρόνια πριν από τον θάνατο του Σακς από καρκίνο, σε ηλικία 82 ετών, και την περιγράφει ο σύντροφός του, ο συγγραφέας και φωτογράφος Μπιλ Χέιζ, στο βιβλίο του «Η ξάγρυπνη πόλη. Η Νέα Υόρκη, ο Ολιβερ Σακς και εγώ» (μτφρ.: Βαγγέλης Προβιάς, εκδ. Ροπή).

«Ιδιαίτερο βιβλίο», σχολιάζει ο κύριος Γκρι. Εχει δίκιο: ξεκινώντας ως το χρονικό ενός θλιμμένου άνδρα που μετακομίζει από το Σαν Φρανσίσκο στη Νέα Υόρκη, αλλάζοντας ζωή μετά τον ξαφνικό θάνατο του συντρόφου του, είναι συνάμα η εξομολόγηση ενός άυπνου ανθρώπου. «Στη Νέα Υόρκη, πάντα συμβαίνει κάτι συναρπαστικό κάπου, για το οποίο μαθαίνεις μόνο αφού έχει γίνει», γράφει ο Χέιζ και: «Στη Νέα Υόρκη, η ομορφιά υπάρχει σε μη-όμορφες εκδοχές». Είναι επίσης ένα βιβλίο διανθισμένο με φωτογραφίες ανώνυμων Νεοϋορκέζων με τους οποίους ο Χέιζ πιάνει την κουβέντα, διασχίζοντας ακατάπαυστα μια πόλη που έχει ερωτευθεί παράφορα, από ψηλά στην 5η Λεωφόρο έως χαμηλά, στο μοναδικό πάρκο Χάι Λάιν (φωτ.).

Κυρίως όμως, το βιβλίο είναι το χρονικό ενός έρωτα που μετατρέπεται σε βαθιά, ανόθευτη αγάπη: απέχοντας από τη σωματική επαφή επί τριάντα πέντε χρόνια, ο Σακς βρίσκει στο πρόσωπο του Χέιζ το νόημα της ανθρώπινης επαφής σε όλα τα επίπεδα – όπως και ο Χέιζ.
«Μην ξεχάσεις να γράψεις ότι το βιβλίο είναι επίσης ένα χρονικό αποχαιρετισμού», τονίζει ο κύριος Γκρι. Σωστά. Στην «Ξάγρυπνη πόλη» ο Χέιζ καταγράφει τις ύστατες στιγμές του τετραπέρατου Σακς, ο οποίος πεθαίνει ήρεμα στο σπίτι του. Μια ακόμη απώλεια για τον Χέιζ. «Κι όμως», μου υπενθυμίζει ο κύριος Γκρι, «το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη ζωή και στις συγκινήσεις της, στα συναισθήματα και στον στοχασμό, στη μουσική και στην επιστήμη, στον έρωτα και σε μια αγάπη που νικάει τον θάνατο. Πες όμως τώρα τι έγινε με εκείνη τη φράση του Τόμας Μπράουν που έψαχναν στην αρχή. Εκεί κρύβεται το πνεύμα της “Ξάγρυπνης πόλης”».

Ναι· λοιπόν, ο Ολιβερ Σακς βρίσκει το απόσπασμα που ζητούσε και διαβάζει δυνατά τον σερ Τόμας Μπράουν: «Και αν, όπως έχουμε παρουσιάσει και αλλού, είμαστε τόσο ευτυχείς ώστε να έχουμε κατανοήσει τον Αφανισμό, την Εκσταση, την Απώλεια, τη Μεταμόρφωση, το Φιλί του Αιώνιου Σύντροφου, τη Βύθιση στην Αιώνια Θεϊκή Σκιά, όπως τα εξηγεί η Μυστική Θεολογία, τότε θα έχουμε κατακτήσει – », ο Σακς κοντοστέκεται, σηκώνει το κεφάλι και ακτινοβολεί: «μια υπέροχη προσμονή του παραδείσου».