ΒΙΒΛΙΟ

Εγκώμιο της Σιμόν Βέιλ

egkomio-tis-simon-veil-2182733

Η​​ αειθαλής Ζακ Ζιλιάρ (γεν. 1933) έχει εκφράσει πολλές φορές τον θαυμασμό του για τη Σιμόν Βέιλ (1909-1943). Το γραφείο του το κοσμεί από παλιά μια φωτογραφία της, δίπλα στον κομμουνάρο Ευγένιο Βαρλέν και στη Χάνα Αρεντ, όπως μας λέει ο ίδιος στο βιβλίο του «Le choix de Pascal» (Desclée de Brouwer, 2003, σ. 56). Το βιβλίο αυτό, με τη μορφή συζήτησης με τον Μπενουά Σαντρ (Benoît Chantre), είναι μια πνευματική αυτοβιογραφία του Ζιλιάρ, απαραίτητο για όποιον θέλει να καταλάβει καλύτερα το έργο του. Πρόσφατα, στα ογδόντα ένα χρόνια του, αποφάσισε να εκδώσει ένα μικρό βιβλίο για τη μοναδική και ακατάτακτη Βέιλ («Le choc Simone Weil», Flammarion 2014). Το βιβλίο κυκλοφόρησε και στα ελληνικά (Jacques Julliard, «Σιμόν Βέιλ», μτφρ. Τεύκρος Μιχαηλίδης, Πόλις, 2016), όπου και παραπέμπουμε με ελαφρές τροποποιήσεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο γενναιόδωρου επαίνου και ανεπιφύλακτου θαυμασμού, ένα βιβλίο βαθιάς αγάπης για το ταχυθάνατο κορίτσι, καρπό πολύχρονης και αδιάκοπης συναναστροφής με το έργο του. Αντιγράφω την πρώτη πρώτη φράση του βιβλίου: «Δεν βγαίνει κανείς αλώβητος από μια συνάντηση με τη Σιμόν Βέιλ» (σ. 9). Οποιος συχνάζει στο έργο (και στη ζωή αξεχώριστα) της Βέιλ νιώθει καθησυχασμένος, μόλις διαβάζει τούτα τα λόγια, γιατί δείχνουν ότι εκείνος που μιλάει ξέρει τι σημαίνει Βέιλ. Από τη συνάντηση αυτή βγαίνεις ερείπιο ή αναγεννημένος. Ή καλύτερα: και τα δύο μαζί, όπως βεβαιώνει ο Ζιλιάρ, με το προσωπικό του παράδειγμα (σ. 9-10).

Η Βέιλ, που δεν είπε ψέματα ποτέ, κυρίως στον εαυτό της, μας θέτει όλους υπό διαρκή δοκιμασία επειδή, πρώτον, η ίδια έζησε σε απόλυτη συνέπεια με όσα πίστευε και έγραφε και, δεύτερον, επειδή δεν έκανε ποτέ πίσω μπροστά στις συνέπειες μιας αλήθειας, όποιες και αν ήταν αυτές οι συνέπειες, ακόμη και όταν ανέτρεπαν δικές της πεποιθήσεις (σ. 19). «Αν και συνδικαλίστρια, προειδοποιεί για τους κινδύνους της συλλογικότητας· αν και επαναστάτρια ευαγγελίζεται την κοινωνική ειρήνη· ειρηνίστρια, στρατεύεται με το όπλο στο χέρι στο πλευρό των Ισπανών δημοκρατών· υποστηρικτής της Συμφωνίας του Μονάχου, μετά την προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας καλεί σε ένοπλη αντίσταση ενάντια στον Χίτλερ· ελευθεριακή, υποστηρίζει στο “L’ Enracinement” (Το ρίζωμα) πως “η τάξη είναι η πρώτη ανάγκη της ψυχής”· Εβραία, απορρίπτει μετά βδελυγμίας τον Θεό της οργής και της εκδίκησης της Παλαιάς Διαθήκης· χριστική με χριστιανικές τάσεις, η πίστη της, όπως και πολλών μυστικών, συνορεύει με την απελπισία· χριστιανή με καθολικές τάσεις, δεν διστάζει να καταγγείλει την προδοσία της Εκκλησίας υπό την κηδεμονία της Ρώμης» (σ. 14). Ολα αυτά δεν αποτελούν αντιφάσεις ούτε βεβαίως, πολύ περισσότερο, ευκαιριακές μετατοπίσεις, αλλά έκφραση ασυμβίβαστης πνευματικής ελευθερίας και εντιμότητας. Εκείνο που τα συνδέει και τα ενοποιεί είναι η προσήλωσή της στην ελευθερία του ατόμου (και η συνακόλουθη δυσπιστία της σε κάθε θεσμό συλλογικότητας, είτε πρόκειται για το κόμμα είτε για την Εκκλησία) καθώς και η απέραντη ικανότητά της να συμπάσχει.

Αυτή ακριβώς η ψυχική ικανότητα του συμπάσχειν είναι, πιστεύω, που θα οδηγήσει την αναρχοσυνδικαλίστρια στον Χριστό. Ο Ζιλιάρ είναι κατηγορηματικός: «Νομοτελειακά κάποια μέρα η Σιμόν Βέιλ θα συναντούσε τον Χριστό, αφού το παράδειγμά της και η διδασκαλία της, στο σύνολό τους, τείνουν στον ίδιο στόχο με τα δικά του: να αποκαλυφθούμε πλήρως στον εαυτό μας» (σ. 10), δηλαδή να ανακαλύψουμε μέσα μας τις ανεξάντλητες δυνατότητες της αγάπης. Ο Ζιλιάρ, θερμός καθολικός της αριστεράς και αντικληρικαλιστής, μοιράζεται την ίδια προσήλωση στο πρόσωπο του Χριστού με τη Βέιλ, την οποία άλλωστε θεωρεί μάλλον χριστική παρά χριστιανή, και την ίδια αποστροφή προς την Παλαιά Διαθήκη και την ιουδαϊκή θρησκεία εν γένει. Σε επιστολή του προς τον συγγραφέα Ζαν Μπαστέρ (Jean Bastaire), το 2010, την οποία παραθέτει και στο βιβλίο (σ. 98-100), επιτίθεται με βιαιότητα κατά της Παλαιάς Διαθήκης, δηλώνει απερίφραστα οπαδός του Μαρκίωνα και καταλήγει: «Για μένα, η Παλαιά Διαθήκη είναι το βασίλειο των ιερέων, του νόμου, της ομφαλοσκοπίας, της υποκρισίας. Θα εμμένω πάντα σε αυτό: πρέπει να αφήσουμε του παπάδες να θάψουν τους παπάδες. Σε ένα μόνο ον υποκλίνομαι, αλλά με όλη μου την ψυχή, στον Ιησού Χριστό». Ο Ζιλιάρ θεωρεί ότι αυτή η ρητή και δημόσια έκφραση της απέχθειάς του προς την Παλαιά Διαθήκη συνιστά μια απελευθέρωση της σκέψης του, την οποία οφείλει στο έργο της Βέιλ (σ. 13). Στο σημείο αυτό είμαι υποχρεωμένος να προσθέσω ότι δεν συμμερίζομαι εν προκειμένω τη γνώμη του Ζιλιάρ ούτε βέβαια και της ίδιας της Βέιλ, όπως έχω εξηγήσει αλλού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καταπίνω αμάσητα όσα λέει και πράττει στην Παλαιά Διαθήκη ο Γιαχβέ. Χωρίς όμως την Παλαιά Διαθήκη ο χριστιανισμός δεν έχει πού να σταθεί. Ας μη βιαστούμε πάντως να κάνουμε λόγο για αντισημιτισμό της Βέιλ: μια θεολογική ιδέα δεν συνεπάγεται αναγκαστικά αντισημιτισμό. Αν υπάρχει ή όχι αντισημιτισμός στη Βέιλ, πρέπει να το συζητήσουμε επικαλούμενοι άλλα στοιχεία και δεδομένα του έργου της, και όχι την απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης.

Παρ’ όλη την προσήλωσή της στο πρόσωπο του Χριστού, η Βέιλ δεν θα κάνει το αποφασιστικό βήμα: δεν θα βαπτιστεί. Θα μείνει στο κατώφλι της Εκκλησίας. Η απολυτότητα της σκέψης της δεν της επιτρέπει να βαπτιστεί, πριν λάβει απάντηση σε όλες τις απορίες της, πριν άρει όλους τους δισταγμούς της. Αποτελεί και αυτό έκφραση της απρόσιτης, για μας τους πολλούς, πνευματικής εντιμότητάς της. Αυτή η συγκλονιστική αγία πέθανε συνειδητά αβάπτιστη.

Μακάρι τούτο το μικρό βιβλίο αγάπης για τη Βέιλ του προσφιλούς στην Ελλάδα Ζακ Ζιλιάρ να συντελέσει να γνωρίσουμε καλύτερα και στον τόπο μας αυτήν που ο Καμύ θεωρούσε «το μόνο μεγάλο πνεύμα της εποχής μας».