ΒΙΒΛΙΟ

Το φαρμακείο στην οδό Σαρλ ντε Γκωλ

to-farmakeio-stin-odo-sarl-nte-gkol-2227241

Η ​​ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή, ισχυρίζεται ο κύριος Γκρι.

Δεκαετία του ’50, Ελλάδα. Ενας άνδρας, γύρω στα τριάντα, τάζει γάμο σε μοδίστρες. Ροκανίζει όσα χρήματα έχουν αυτές μαζέψει κι εξαφανίζεται. Στρατιωτικός καριέρας, κατά τα άλλα. Μπαρουτοκαπνισμένος στον Γράμμο και στην Κορέα, αποστρατεύθηκε κακήν κακώς όταν μια μοδίστρα τον κατέδωσε στον Στρατό ως προικοθήρα. Αποτάχθηκε, αυτός ένας γνήσιος μάχιμος. Οπότε τα μάζεψε κι έφυγε από την Ελλάδα.

Η συνέχεια; Συμμετοχή στη Λεγεώνα των Ξένων και, το 1961 πια, μισθοφόρος στον στρατό του Μοζέ Τσόμπε, στην επαρχία της Κατάνγκα, αυτή που αποσχίστηκε από το Κονγκό του Λουμούμπα.

Ο δρόμος τον έφερε στον ποταμό Κόνγκο και στην ελληνική κοινότητα της Κινσάσα. Εκεί, παρουσίαζε σε όλους μια φωτογραφία όπου πόζαρε με καμάρι πλάι στον, άγνωστο τότε, συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο. Ηρθε με τα χρήματα που είχε μαζέψει ως μισθοφόρος και άνοιξε εταιρεία με τα λεγόμενα Φούλα-Φούλα: φορτηγά αυτοκίνητα που είχαν μετατραπεί σε λεωφορεία για τους Κονγκολέζους. Δούλευε όμως και υπάλληλος σε ελληνική επιχείρηση. Το αφεντικό του τον αγαπούσε, λέει ο κύριος Γκρι.

Επινε όμως· ουίσκι. Κάπνιζε, σαν φουγάρο κι έβηχε σαν φυματικός. Κάθε τόσο τον έβλεπαν να μπαινοβγαίνει σε ένα ελληνικό φαρμακείο, επί της οδού Σαρλ ντε Γκωλ, στην Κινσάσα. «Ο δικός σου κάποια κανονίζει. Διεγερτικά παίρνει», είπε ο φαρμακοποιός στο αφεντικό του. Σήκωσε τους ώμους το αφεντικό. Δεν νοιάστηκε.

Θα έπρεπε όμως. Διότι «κανόνιζε» τη γυναίκα του αφεντικού του. Η σύζυγος είχε μάλιστα παθιαστεί τόσο πολύ με τον εραστή της που έψαχνε τρόπους να μην εκπληρώνει τα συζυγικά της καθήκοντα. Τετραπέρατος καθώς ήταν, ο αποταγμένος μάχιμος και εν ενεργεία εραστής επινόησε ένα κόλπο: άνοιγε τόσο όσο χρειαζόταν τη φλέβα του και της έδινε βαμβάκι με το αίμα του. Στον σύζυγο έλεγε πως τη βασάνιζε μια μυστηριώδης αιμορραγία. «Μητρικά», του είπε και προφασίστηκε ταξίδι στο Βέλγιο, «να κοιτάξει την υγεία της». Εφυγε με τον εραστή. Από την Αθήνα, έστειλε μπιλιέτο στο Κονγκό: ζητούσε διαζύγιο.

Πλησιάζουμε στην κορύφωση του δράματος. Ο σύζυγος, άναυδος και ταπεινωμένος, φεύγει για την Αθήνα για να διεκδικήσει τη γυναίκα του.

Στο μεταξύ, αυτός, ο εραστής, βαράει την κλασική του εξαφάνιση. Οταν κάποτε η γυναίκα τον εντοπίζει, της λέει, «Ολα τελείωσαν· πάρ’ το απόφαση». Αυτο-αποτάχθηκε και από εραστής.

Ο σύζυγος θα τον ξετρυπώσει σε ένα φιλικό σπίτι. Ο αποταγμένος –πλέον– εραστής, ξαπλωμένος, καπνίζοντας το πούρο του, βλέπει τον εξαγριωμένο σύζυγο να εισβάλλει. Ατάραχος, βγάζει το παλιό του πιστόλι και το απιθώνει στο τραπέζι. «Αν είσαι άντρας», λέει στον σύζυγο, «βάρα». Ο τελευταίος αποχωρεί σιωπηρός.

Τα ίχνη του τυχοδιώκτη εραστή χάθηκαν. Λένε ότι ο Παπαδόπουλος τον βόλεψε στη χούντα, τον τελείωσε όμως το τσιγάρο. Απ’ όσες ειδικές διαδρομές πέρασε, ο καπνός ήταν που τον σκότωσε, όχι οι σφαίρες. Ποιον, αυτόν, τον μπαρουτοκαπνισμένο.