ΒΙΒΛΙΟ

Τα φώτα της πόλης

ta-fota-tis-polis-2282553

Τ​​ις νύχτες που ο ύπνος σε πετάει απ’ το κρεβάτι πολύ πριν χαράξει, το σκοτεινό σπίτι έχει κάτι το ανοίκειο, έως και απειλητικό. Οι σκιές πολλαπλασιάζονται μυστηριωδώς και στα σημεία όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχει κάτι, εμφανίζονται σχήματα, μορφές. Λείψανα ονείρων ενοχλητικών, μικροί, δαιμονικοί βραχνάδες που τρέχουν και κρύβονται στις γωνίες σαν τις κατσαρίδες.

Επειτα είναι οι ήχοι. Η πόλη μουρμουρίζει εκεί έξω, αλλά το σπίτι τη νύχτα της αϋπνίας έχει τη δική του φωνή, τους δικούς του ήχους. Σαν να μπαίνεις για πρώτη φορά μέσα σε μια άγνωστη ζούγκλα. Κι όμως είναι το δικό σου σπίτι, είσαι ο κύριος του σπιτιού, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς.

Ή μήπως έχεις; Κάτι που δεν μπορείς να δεις επειδή κρύβεται μέσα σου;

Αυτές τις μεταμεσονύκτιες, μοναχικές παρελάσεις μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, που όμως θυμίζουν περισσότερο διαπόμπευση, μαλακώνουν ορισμένα γιατροσόφια. Αράδες – παράγραφοι, στίχοι. Ο περιπατητικός Ζέμπαλντ, για παράδειγμα: «Για τη γυναίκα αυτή, που είχε τα ξανθά πλατινέ μαλλιά της μαζεμένα σ’ ένα πυργόσχημο κατασκεύασμα σαν φωλιά, ο Αουστερλιτς είπε φευγαλέα ότι ήταν η θεά του χρόνου που περνάει» («Αουστερλιτς», μτφρ. Ι. Μεϊτάνη εκδ. Αγρα).

Ο ερωτευμένος Παβέζε: «Δεν ξέρω αν είναι όμορφη. Ανάμεσα στις γυναίκες είναι πολύ νέα:/ όταν τη σκέφτομαι εκπλήσσομαι από μια περασμένη ανάμνηση/ της παιδικής ηλικίας που έζησα ανάμεσα σ’ αυτούς τους λόφους,/ είναι τόσο νέα. Είναι σαν το πρωινό. Τα μάτια της θυμίζουν όλους τους μακρινούς ουρανούς εκείνων των μακρινών πρωινών» («Τα ποιήματα», μτφρ. Γ. Παππάς, εκδ. Printa).

Το ύψιστο γιατρικό, όμως, είναι η μουσική: άλλοτε το δεύτερο μέρος της 2ης Συμφωνίας του Ουόλτον, άλλοτε το τρίτο μέρος της 1ης του Ελγκαρ ή το δεύτερο μέρος της 2ης του Μπάρμπερ.

Πάντοτε, όλες όλες αυτές οι ξαγρύπνιες χωρίς νεκρό γλυκαίνουν με το «Night Lights» του Τζέρι Μάλιγκαν, την πρώτη σύνθεση από τον ομότιτλο δίσκο που ο βιρτουόζος του βαρύτονου σαξοφώνου Μάλιγκαν κυκλοφόρησε το 1963. Ισως ό,τι πιο νουάρ συνέθεσε ποτέ ο Μάλιγκαν· ένας ύμνος στις μοναχικές καρδιές και στα παθιασμένα σώματα.

Οι εισαγωγικές νότες του πιάνου (από τον ίδιο τον Μάλιγκαν), που οδηγούν στο βασικό θέμα, με τις «βούρτσες» του Ντέιβ Μπέιλι και την κιθάρα του Τζιμ Χολ να δίνουν τον σταθερό, υπνωτιστικά αισθησιακό ρυθμό, και την εναλλαγή του σαξοφώνου του Μάλιγκαν, της κορνέτας του Αρτ Φάρμερ με το τρομπόνι του Μπομπ Μπρουκμάγερ, θυμίζουν με έναν σωματικό τρόπο ότι η νύχτα μπορεί να είναι και υπαρξιακή, μελαγχολική και ερωτική μαζί.

«Night Lights»: υποβλητικός νυχτερινός ψίθυρος που θα μπορούσε να είναι η φωνή της γυναίκας, της κάθε γυναίκας, και της πόλης, της κάθε πόλης, μέσα στη νύχτα της μεθυστικής, ερεθιστικής μνήμης που σε οδηγεί ανάλαφρο στο κρεβάτι σου και πάλι, όπως ένα πούπουλο που πέφτει αργά αργά, αθόρυβα και απαλά στο ζεστό στρώμα.