ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η «Ρόμα» που κρυφοκοιτάς και δεν μπορείς να ξεχάσεις

19g_cult_a01

Το άσπρο και το μαύρο δεν είναι καθόλου μονοδιάστατα. Οι διαφορετικές ή συμπληρωματικές αποχρώσεις τους ξετυλίγονται στη φωτογραφία του «Ρόμα». Ο Μεξικανός σκηνοθέτης Αλφόνσο Κουαρόν υπογράφει μια από τις σημαντικότερες ταινίες της χρονιάς, ίσως και τη σημαντικότερη – αν ακολουθήσουμε τα αφειδώλευτα εγκώμια της διεθνούς κριτικής. Προβάλλεται ήδη στις αίθουσες και στο Netflix, από το οποίο και χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου. Το «Ρόμα» είναι μια ακριβή και σπάνια παραγωγή. Το πρώτο είναι εύκολο να το διαπιστώσει κανείς· το δεύτερο απαιτεί μια μεγαλύτερη προσπάθεια, καθώς ο κινηματογράφος είναι γεμάτος από ιστορίες με γειτονιές παιδικών χρόνων και αναμνήσεων με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις.

Ομως ο Κουαρόν είναι σαν να επανεφευρίσκει τον νεορεαλισμό, ωθώντας την κινηματογραφική τέχνη σε μια αιφνιδιαστική τομή: εκεί που το πραγματικό, με πιστότητα και ρυθμό ντοκιμαντέρ, συναντάει τον μετασχηματισμό της μνήμης σε εικόνα. Το εξαιρετικό ψηφιακό σινεμασκόπ του (δικής του έμπνευσης, 65 mm, όπως διαβάζουμε, απαιτεί προβολή σε επιλεγμένες αίθουσες που υποστηρίζουν 4Κ εικόνα) δημιουργεί μια αίσθηση Virtual Reality. Είναι σαν να σε παίρνει από το χέρι και να σε οδηγεί στη γειτονιά του, τη Ρόμα, στο Μέξικο Σίτι του 1970-71, όπου ζούσαν μεσοαστοί με υπηρετικό προσωπικό· να αισθάνεσαι στις πατούσες σου τα νερά από τα φρεσκοπλυμένα πλακάκια, να μυρίζεις την απλωμένη μπουγάδα, να γεύεσαι το χώμα, την αλμύρα, να ψαύεις πρόσωπα, να περιπλανιέσαι στις συνθήκες ζωής που αφηγείται. Δίνει μορφή και σχήμα στις αναμνήσεις του με έναν τρόπο οικείο και την ίδια στιγμή μνημειακό, φευγαλέο και αμετάκλητο. Γλιστράς, όπως και η κάμερα, στους δρόμους και στα πρόσωπα, αλλά δεν ξεχνάς.

Η γυναίκα πρωταγωνιστεί. Μέσα από τη Μεξικανή υπηρέτρια, την Κλέο, και τη λευκή οικοδέσποινα, μητέρα τεσσάρων παιδιών, σύζυγο που εγκαταλείπεται από τον άντρα της, και κόρη, η ίδια, μιας ηλικιωμένης μητέρας (και γιαγιάς) διαρκώς παρούσας και υποστηρικτικής. Οικογένειες μέσα σε οικογένειες, ανολοκλήρωτες και τραυματισμένες, ο Κουαρόν είναι εκεί, παιδί και ενήλικος, εγγράφοντας το ένα βλέμμα μέσα στο άλλο, δημιουργώντας ένα παλίμψηστο σχέσεων και συναισθημάτων.

Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ την Κλέο που γεννάει ένα νεκρό μωρό και, λίγες μέρες αργότερα, σώζει σε μια παραλία από πνιγμό, ενώ δεν γνωρίζει μπάνιο, τα δύο παιδιά τής, επί της ουσίας, οικογένειάς της. Και είναι εκείνη ακριβώς η στιγμή, στη, γεμάτη ευγνωμοσύνη, αγκαλιά της μητέρας και των παιδιών, που, γονατισμένη στην άμμο, ομολογεί μέσα σε αναφιλητά: «Δεν ήθελα να γεννηθεί».