ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Μαεστρική επίδειξη ή απλά μαεστρία;

19s9roma

Η πρώτη ταινία στη χώρα μας που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στις αίθουσες αλλά και στην πλατφόρμα του Netflix, είναι από τις πιο πολυσυζητημένες της χρονιάς. Η ντόπια κριτική, όπως σχεδόν παντού στον κόσμο, την αποθέωσε, όμως το κοινό μάλλον διχάστηκε. Μολονότι η διαδικτυακή κυκλοφορία δεν απέτρεψε και μια καλή πορεία στις αίθουσες, ήταν αρκετοί που δεν κατάφεραν να γίνουν κοινωνοί εκείνου που οι υπόλοιποι ένιωσαν ως κινηματογραφική μαγεία. Σε κάθε περίπτωση, το «Ρόμα» του Αλφόνσο Κουαρόν αναμένεται να μας απασχολήσει αρκετά ακόμα, με την οσκαρική σεζόν να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και το μεξικανικό φιλμ να θεωρείται φαβορί σε σημαντικές κατηγορίες. Αν καταφέρει τελικά να φτάσει στην οσκαρική δόξα, θα σημάνει και μια περήφανη νίκη και για το ίδιο το Netflix που το στήριξε.

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί πως η ταινία θεωρείται μεγάλο επίτευγμα και από τους περισσότερους συναδέλφους του Κουαρόν. Στο πρόσφατο στρογγυλό τραπέζι των σκηνοθετών του Hollywood Reporter –με παρουσία και του Γιώργου Λάνθιμου– ο σπουδαίος Σπάικ Λι απευθύνθηκε με γνήσιο θαυμασμό στον Μεξικανό σκηνοθέτη, σφίγγοντάς του το χέρι για την υπέροχη σκηνή της παραλίας. Από την άλλη θα σκεφθεί κάποιος, πόσο εύκολο είναι για οποιονδήποτε άνθρωπο του χώρου να πάει κόντρα στη χιονοστιβάδα των κοσμητικών επιθέτων που έχουν συγκεντρωθεί γύρω από το «Roma»; Με τα παραπάνω κατά νου, αυτή την εβδομάδα η «Κ» αναθέτει σε δύο σινεφίλ, αλλά όχι επαγγελματίες κριτικούς, να μοιραστούν τις δικές τους σκέψεις και απόψεις πάνω στην ταινία.

Oλοι μαζί, αγκαλιασμένοι
Δημήτρης Π. Σωτηρoπουλος*

Το «Ρόμα» του Αλφόνσο Κουαρόν είναι μια ταινία στην οποία θα αναφερόμαστε συχνά στο μέλλον. Θα προσπεράσω το αισθητικό της μέρος και θα περιοριστώ στα νοήματά της. Η δεξιοτεχνία της ταινίας έγκειται στον τρόπο που διαπλέκει τη μικρο-ιστορία με τη μακρο-ιστορία. Η υπόθεση δίνεται μέσα από τα μάτια ενός σιωπηλού παρατηρητή, μιας ιθαγενούς υπηρέτριας ωσάν αυτή να είναι έξω και μέσα στο δράμα. Πρωταγωνιστές είναι, ταυτοχρόνως, δύο: μια μεγαλοαστική οικογένεια λευκών Μεξικανών με έναν γιατρό πατέρα που την εγκαταλείπει αιφνιδίως, καθώς και η ίδια η χώρα, που βιώνει μια κρίσιμη συγκυρία, στη διάρκεια της φοιτητικής εξέγερσης του 1971 κατά του αριστερόστροφου αυταρχικού καθεστώτος του προέδρου Λ. Ετσεβερία. Οι τύχες της οικογένειας και της χώρας μοιάζουν συνδεδεμένες στο σενάριο, καθώς καταρρέουν αμφότερες με έναν τρόπο μαζί τραγικό και γκροτέσκο. Η σκηνή με τους παρακρατικούς που ασκούνται με τα ιαπωνικά Κέντο σε μια αλάνα συμπυκνώνει τέλεια τον τραγέλαφο και θυμίζει κάπως την«Ευδοκία» του Αλ. Δαμιανού (1971 κι αυτή), και τα πλάνα από τα νταμάρια της τότε Δυτ. Αττικής. Πράγματι, στη «σφαγή» του Corpus Christi, στις 10 Ιουνίου του 1971 (με πάνω από 100 νεκρούς), οι Μεξικανοί φοιτητές δέχθηκαν επίθεση από ένα παραστρατιωτικό σώμα του καθεστώτος, «Τα Γεράκια» (Los Halcones), τα οποία χρησιμοποιούσαν τα Κέντο στη δράση τους, όπως ακριβώς κάνει και ο τύπος που υποδύεται τον γιαπωνέζικης καταγωγής αγαπητικό της υπηρέτριας, που ανήκει και αυτός στο παρακράτος. Καθώς εξελίσσεται το δράμα, αντιλαμβανόμαστε ότι το πιο τραγικό πρόσωπο είναι η ίδια η υπηρέτρια. Αυτή που δεν ήθελε καν το παιδί που γέννησε, θα σώσει από πνιγμό το παιδί της κυρίας της ωσάν να ήταν δικό της. Μαζί με την τελευταία, καλούνται εντέλει να κρατήσουν όρθιο έναν κόσμο που διαλύεται. Η κορυφαία σκηνή της ταινίας –έχει αποτυπωθεί και στην υπέροχη αφίσα της– δείχνει ότι τελικά το καταφέρνουν. Ολοι μαζί. Και αγκαλιασμένοι.

* Ιστορικός, αρχισυντάκτης του περιοδικού «Νέα Εστία».

Φιγουρατζήδες και άλλοι
Σωτήρης Γκορίτσας*

«Φιγουρατζή» λέγαμε στο σχολείο εκείνον που δεν τρελαινόταν για το γκολ αλλά για την ντρίπλα στον αντίπαλο. Οχι ότι δεν άρεσε σε όλους μας να κάνουμε κάθε τόσο κάτι «μαγικό». Οταν όμως δεν κατέληγε σε γκολ, ναι μεν καμάρωνα στην άσχετη από μπάλα κοπελίτσα στην κερκίδα, ντρεπόμουν όμως τους συμπαίκτες μου. Από αυτό το αντι-φιγουρατζίδικο σύνδρομο, δεν κατάφερα να απαλλαγώ ούτε αργότερα στις ταινίες. Αποτέλεσμα να φεύγω συχνά από την αίθουσα όταν μου ήταν πια καθαρό, από τα πρώτα κιόλας πλάνα, ότι η αγωνία του σκηνοθέτη ήταν να μας δείξει πόσο μαέστρος είναι. Στον αθλητισμό τότε είχαμε τη λέξη «φτωχομαέστρος», στο κινηματογραφικό σινάφι σήμερα τη «σκηνοθετίλα». Στην οποία, κρίνοντας εξ ιδίων, πρόσθετα «…η παιδική αρρώστια του κινηματογραφιστή». Οντας φίλος των πολιτισμικών προϊόντων της αγγλοσαξονικής κουλτούρας και όχι τόσο του δημοφιλούς στα φεστιβάλ «σινεμά του δημιουργού», μου ήταν πάντα πιο συμπαθείς οι ταινίες που στα μάτια του θεατή ο σκηνοθέτης της κατάφερνε να παραμένει «αόρατος», σαν να έγιναν από μόνες τους, χωρίς αυτόν.

Σε τέτοιες ταινίες οφείλω ότι ασχολήθηκα με τον κινηματογράφο. Κι ενώ αργότερα εκτίμησα και την αξία του ποιήματος, ήταν το διήγημα, το μυθιστόρημα, η αφήγηση της ιστορίας, που με συγκινούσε πάντα περισσότερο. Το αξιοπερίεργο με την οσκαρική «Ρόμα» είναι ότι αν και η παρουσία του σκηνοθέτη της, από τους τίτλους ακόμα, δεν εγκαταλείπει στιγμή την οθόνη, δεν μπόρεσα να φύγω από την αίθουσα, όπως σίγουρα θα είχα κάνει νεότερος. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με κράτησε, έστω βαρυγκομώντας για τη διάρκεια αρκετών σκηνών που είχαν δικαιολογήσει την ύπαρξή τους στον μισό χρόνο από όσο διαρκούσαν. Ισως ότι στον υπόλοιπο χάζευα τη μεγάλη μαεστρία του Λατίνου σκηνοθέτη της. Ισως πάλι να έχω επηρεαστεί κι εγώ από την εποχή, που όλο και περισσότερο ζητάει να καταναλώσει «προσωπική ματιά» παρά έργο που θα αντέξει στον χρόνο.

* Σκηνοθέτης.