ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Οι τελευταίοι άρχοντες της σκοτεινής αίθουσας

Οι τελευταίοι άρχοντες της σκοτεινής αίθουσας

Ηταν 1988 όταν έβγαινε στις αίθουσες το «Σινεμά ο Παράδεισος», η ταινία-ωδή στη δύναμη της Εβδομης Τέχνης και στη μαγεία της κινηματογραφικής αίθουσας. Ο Τζουζέπε Τορνατόρε μάς σύστησε έναν από τις πλέον αγαπημένους κινηματογραφικούς ήρωες, τον μικρό Σαλβατόρε, ο οποίος μέσα από τη φιλία του με τον μηχανικό προβολής του τοπικού κινηματογράφου ανακάλυψε ένα συναρπαστικό νέο σύμπαν, αυτό του σινεμά, σε ένα φιλμ που απέσπασε το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

Οταν προβλήθηκε το φιλμ, ο Αγγελος Σεμελάς ήταν μόλις 13 ετών, αλλά το θυμάται σαν τώρα. «Ο κόσμος δεν γνώριζε καθόλου τη δουλειά μας και ήταν σημαντικό όταν έβγαιναν ταινίες όπως το “Σινεμά ο Παράδεισος” οι οποίες έδειχναν κάποια πράγματα για το επάγγελμα», μας είπε όταν τον συναντήσαμε απόγευμα Δευτέρας στο υπέροχο φουαγιέ του Αστορ (που λειτουργεί από το πρωί και ως καφέ) όπου εργάζεται από την ανακαίνισή του το 2015 μέχρι σήμερα. Παρά την ισχυρή βροχόπτωση, ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να καταφθάνει για την προβολή των 6 μ.μ.  – έχει τον δικό της Θεό η στοά Κοραή. Πριν από λίγα χρόνια ο Αγγελος θα έπρεπε να βρίσκεται ήδη στη μικρή κάμαρα του μηχανικού προβολής, να προετοιμάζει τις μηχανές για την πρώτη παράσταση, αλλά στη σημερινή ψηφιακή εποχή δεν είναι απαραίτητο. Θεωρητικά, θα μπορούσε να ξεκινήσει την προβολή μέσω του κομπιούτερ του και από το τραπέζι που καθόμαστε στο φουαγιέ.

oi-teleytaioi-archontes-tis-skoteinis-aithoysas0
«Αν συγκρίνεις μια κόπια «παρθένα» με ένα ψηφιακό, θα βγάλεις το φιλμ καλύτερο. Δίνει πολύ μεγαλύτερες αναλύσεις», λέει ο Αγγελος Σεμελάς. ΘΑΛΕΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Από πατέρα σε γιο

Ο Αγγελος Σεμελάς είναι ένας από τους τελευταίους γνώστες της τέχνης της κινηματογραφικής προβολής φιλμ, που τείνει να εξαφανιστεί μαζί με τις μπομπίνες. Το 1988, την εποχή τού «Σινεμά ο Παράδεισος», μέτραγε ήδη τρία χρόνια στο επάγγελμα, ως μαθητευόμενος φυσικά. «Οταν ήμουν 10 χρόνων, ο πατέρας μου που ήταν χειριστής κινηματογραφικής μηχανής έσπασε το πόδι του. Τότε δεν έπαιρνες ρεπό, οπότε ζήτησε από εμένα και τον αδελφό μου να ερχόμαστε να τον βοηθάμε». Και ο πατέρας του κάπως έτσι είχε μάθει τη δουλειά, από τον παππού του.

«Οι περισσότεροι που δουλεύαμε στον χώρο είχαμε κάποιον δικό μας μέσα ήδη. Οχι επειδή ήταν κλειστό επάγγελμα, αλλά επειδή όπως είπαμε δεν το γνώριζε πολύς κόσμος. Τη δεκαετία του ’90 για παράδειγμα, ο κόσμος νόμιζε ότι η ταινία παίζει από DVD ή κάτι τέτοιο, ότι κάποιος απλώς πατάει ένα play. Οταν π.χ. τύχαινε να κοπεί μια προβολή, σου έλεγαν “βάλτο λίγο πίσω”, το οποίο ήταν σχεδόν αδύνατο. Οχι, ο κόσμος δεν ήξερε τι σημαίνει χειριστής κινηματογραφικής μηχανής, και δεν έπρεπε να ξέρει, απλά αυτό εξηγεί γιατί δεν μπορούσε κάποιος  “απέξω” να μπει στο επάγγελμα». Ενα επιπλέον εμπόδιο ήταν ότι δεν υπήρχαν σχολές, τη δουλειά τη μάθαινες δίπλα σε άλλο μηχανικό. «Θα έπρεπε δηλαδή ένας επιχειρηματίας να πληρώνει τον χειριστή συν τον μαθητευόμενο από δίπλα που μαθαίνει τη δουλειά».

Το καλό είναι ότι από την αρχή η διαδικασία τον συνάρπασε. «Μου άρεσε πολύ, τόσο ότι έβλεπα την ταινία αλλά και όλη τη διαδικασία. Οι ταινίες τότε έρχονταν σε κομμάτια, έπρεπε να τη μοντάρεις, να τη φτιάξεις σε συνεχόμενο φιλμ και μετά να το βάλεις να παίξει». Τα επόμενα χρόνια μπαινόβγαινε στους κινηματογράφους μαθαίνοντας την τέχνη δίπλα στον πατέρα του. Οταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του –τέλειωσε ηλεκτρονικός, δεν το ακολούθησε ποτέ– επέστρεψε ως επαγγελματίας πλέον στον μικρό παράδεισο που είχε βρει, στα «ορεινά» της σκοτεινής αίθουσας.

oi-teleytaioi-archontes-tis-skoteinis-aithoysas1
Ο 43χρονος Αγγελος με τον πατέρα του Γιώργο. Εκείνος τον έβαλε στη δουλειά μέχρι που αποσύρθηκε, όταν η προβολή πέρασε στην ψηφιακή εποχή. ΘΑΛΕΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Από τότε μέχρι σήμερα πόσες ταινίες έχει δει περίπου; «Χμ, αν υπολογίσεις μια-δύο ταινίες την εβδομάδα, σίγουρα 100 ταινίες τον χρόνο, βάλε και ότι δούλευα σε multiplex για πολλά χρόνια, που έπαιζαν περισσότερες ταινίες, ε, πολλές!».

Το σασπένς των παράλληλων προβολών και η χαμένη μαγεία του φιλμ

Αντίθετα με ό,τι ίσως πιστεύουμε, οι ταινίες στο σινεμά προβάλλονταν σε φιλμ μέχρι πολύ πρόσφατα. «Πλήρως ψηφιακή έγινε η διαδικασία μόλις το ’15. Μέχρι τότε παίζαμε σε φιλμ», λέει ο 43χρονος Αγγελος Σεμελάς, μηχανικός προβολής στον κινηματογράφο Αστορ. Αυτό σήμαινε ότι συχνά η διαδικασία προβολής έκρυβε μεγαλύτερο σασπένς από την ίδια την περιπέτεια στη μεγάλη οθόνη!

«Παλιά οι κόπιες ήταν λίγες και έπρεπε να φτάσουν για πολλά σινεμά σε κάθε γωνιά της Αθήνας. Εφερναν π.χ. 10 κόπιες, οπότε έτρεχε ένας άνθρωπος με μηχανάκι με το πρώτο κομμάτι της ταινίας να το φτάσει γρήγορα στο άλλο σινεμά να το παίξει, μετά να γυρίσει πάλι γρήγορα και να κάνει την ίδια διαδικασία για το δεύτερο μέρος της ταινίας. Αυτή λεγόταν σύγχρονη προβολή, δηλαδή έπρεπε να συγχρονιστούν δύο κινηματογράφοι. Υπήρχε και τρίχρονη όπου η ταινία ήταν κομμένη σε τρία μέρη και εξυπηρετούνταν τρία σινεμά. Και μιλάμε το ένα σινεμά να είναι π.χ. το Agora στο Μαρούσι τότε και το άλλο το Οσκαρ στην Αχαρνών! Αγώνας δρόμου, στον οποίο φυσικά μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε…».

Η πρακτική αυτή σταμάτησε με τον ερχομό των Village, με τα οποία αναγκαστικά ήρθε και μεγαλύτερος αριθμός από κόπιες. Ο κ. Σεμελάς είχε εργαστεί επί 15 χρόνια ως μηχανικός προβολών στα Village, πρώτα στο Μαρούσι και μετά στο Mall. «Και εκεί παλιότερα ξεκινούσες να παίζεις σε μια αίθουσα και αντί μετά να το τυλίξεις πίσω στη μηχανή το τύλιγες σε καρούλια και το πήγαινες σε άλλη αίθουσα να παιχτεί».

Και τι δεν έχει ζήσει όλα αυτά τα χρόνια, κρυμμένος στην αίθουσα προβολής. «Εχω προλάβει τα πάντα, εκτός από την εποχή που τα φιλμ ήταν εύφλεκτα και έπρεπε να τα διατηρείς σε άλλο χώρο, κλειστά. Αλλαξε αυτό όταν ήρθε το πλαστικό που έλιωνε μεν αλλά δεν καιγόταν». Αναφέρεται στη γνώριμη σκηνή όπου η προβολή σταματά και στη μεγάλη οθόνη απλώνεται το λευκό, που είναι στην ουσία το φως πίσω από το φιλμ που έχει καεί. «Αυτό συνέβαινε όταν σταματούσε να γυρνάει η ταινία στη μηχανή. Για ποιο λόγο; Για ένα σωρό λόγους. Γι’ αυτό λέμε ότι το επάγγελμα είναι “εμπειρίας”». Οι καθυστερήσεις στην έναρξη ή μετά το διάλειμμα ήταν μες στο πρόγραμμα. «Τύχαινε για παράδειγμα να κολλήσει ο μηχανισμός και να έχει φύγει το φιλμ όλο κάτω αντί να τυλίγεται και εσύ να έχεις κόσμο στην αίθουσα και να πρέπει να το μαζέψεις με το χέρι. Και μιλάμε για χιλιόμετρα φιλμ. Εχει τύχει να κάνουμε 40 λεπτά διάλειμμα γιατί έχει καθυστερήσει να έρθει το μηχανάκι με το δεύτερο μέρος. Φώναζε ο κόσμος, γινόταν χαμός, αλλά δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς». 

oi-teleytaioi-archontes-tis-skoteinis-aithoysas2
«Παλιά, είχες στον νου σου τα πάντα. Κοιτούσες το νέτο, τα χρώματα αν είναι ομοιόμορφα, τον ήχο που ήταν οπτικός, όλα ήταν χειροποίητα». ΘΑΛΕΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Η ψηφιοποίηση

Παρά τα προβλήματα, ήταν μια συναρπαστική, δημιουργική δουλειά. Και μετά ήρθαν τα ψηφιακά. «Η μετάβαση έγινε κυρίως για οικονομικούς λόγους. Τα μεγάλα στούντιο χαλούσαν ατελείωτα χιλιόμετρα φιλμ», εξηγεί ο Αγγελος. «Τώρα ταινίες σε φιλμ παίζονται μόνο σε αφιερώματα, όπως αυτά που κάνουμε στο Αστορ (σ.σ. ο κινηματογράφος έχει δημιουργήσει την ιδιότυπη Λέσχη “Η Χαμένη Λεωφόρος του Ελληνικού Σινεμά”, η οποία προβάλει ελληνικές ταινίες των δεκαετιών ’60, ’70 και ’80, σε κόπιες 35mm). Στην ουσία όμως το φιλμ είναι κατηργημένο όπως είναι π.χ. το βινύλιο».

Τι θεωρεί καλύτερο; «Για εμένα, αν συγκρίνεις μια κόπια παρθένα που έχει μόλις βγει από το εργαστήριο με ένα ψηφιακό θα βγάλεις το φιλμ καλύτερο. Δίνει πολύ μεγαλύτερες αναλύσεις». Η διαφορά είναι μεγάλη και σε ό,τι αφορά το δικό του κομμάτι. «Το φιλμ περνούσε από τα χέρια σου στην κυριολεξία. Παλιά για παράδειγμα όταν έμπαιναν οι υπότιτλοι άλλαζε το πάχος του φιλμ, άρα το σημείο όπου εστιάζεις. Εκεί έμπαινα εγώ, που έπρεπε να το φτιάξω. Είχες στον νου σου τα πάντα. Κοιτούσες το νέτο, τα χρώματα αν είναι ομοιόμορφα, τον ήχο που ήταν οπτικός, όλα ήταν χειροποίητα. Οπως όταν έκανα παλιά τον dj και διάλεγα τα βινύλια και τα έπαιζα. Δεν είχα γράψει εγώ τη μουσική, αλλά ήταν κι αυτό μια δημιουργία. Τώρα το βάζεις σε ένα στικάκι και παίζει. Ετσι και στις ταινίες, θα φορτώσω την ταινία στον υπολογιστή, θα φροντίσω να μη γίνει κάποιο λάθος, αλλά ώς εκεί. Οπως ο dj, θα κοιτάω απλά μήπως κολλήσει ο υπολογιστής».

Οταν μπήκαν τα ψηφιακά, αποσύρθηκε σιγά σιγά και ο πατέρας του από τη δουλειά. «Δεν ήταν και μικρή η αλλαγή για εμάς που ξέραμε ότι αν λείψει το μπαρ στο σινεμά, η ταινία θα παίξει, αν λείψει το ταμείο, επίσης, αλλά αν δεν δουλέψει η μηχανή, δεν δουλεύει το σινεμά, τέλος».