ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Φωνή κοινωνικού σινεμά

gkat_15_0307_page_1_image_0002

Μετά την περιπλάνηση στα στενά σοκάκια στο Μανδράκι της Νισύρου, συναντώ την Τζόσλιν Μπαρνς στο υπέροχο δίπατο σπίτι, όπου φιλοξενείται και το πρώτο που σκέφτομαι είναι πως κάποια σαν αυτή έχει αντλήσει ήδη αρκετές κινηματογραφικές εικόνες από το νησί. «Εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ένα σενάριο σε αυτό το απίθανο ηφαιστειακό τοπίο. Είναι και τα μικρά μέρη που νομίζεις πως μια ιστορία κρύβεται σε κάθε γωνιά», επιβεβαιώνει η σπουδαία Αμερικανίδα παραγωγός, η οποία αυτές τις μέρες βρέθηκε στο νησί ως καλεσμένη του Μεσογειακού Ινστιτούτου Κινηματογράφου· το masterclass που έδωσε ήταν αποκαλυπτικό μιας ειδικού που γνωρίζει το παιχνίδι της δημιουργίας ενός φιλμ από όλες τις πλευρές του.

«Ξεκίνησα την πορεία μου ως εκτελεστική (executive) παραγωγός, το οποίο στην ουσία σημαίνει πως δουλειά σου είναι να εξασφαλίσεις τη χρηματοδότηση. Πλέον, συνεχίζουμε να στηρίζουμε τους δημιουργούς, όμως προτιμούμε να παράγουμε οι ίδιοι με τις δικές μας δυνάμεις», λέει η Μπαρνς, η οποία είναι συνιδρύτρια της νεοϋορκέζικης Louverture Films, μαζί με τον διάσημο ηθοποιό Ντάνι Γκλόβερ. Ανάμεσα στις πιο πρόσφατες παραγωγές τους είναι το υποψήφιο για Οσκαρ ντοκιμαντέρ «Strong Island» αλλά και τα πολυβραβευμένα μυθοπλαστικά «Ζάμα» και «Καπερναούμ». Ολες οι παραπάνω ταινίες είναι ενδεικτικές ενός σινεμά κοινωνικής ευαισθησίας.

«Μας αρέσει να κάνουμε ταινίες οι οποίες θέτουν ερωτήματα και προσκαλούν τον θεατή, αντί να περνούν ένα μήνυμα ή να δίνουν εύκολες απαντήσεις. Αισθάνομαι πως τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι αναζητούν όλο και περισσότερο την αλήθεια ακριβώς λόγω των ψευδών ειδήσεων και του πόσο σχετική έχει γίνει η πραγματικότητα. Κι αυτή την αλήθεια μπορείς να την προσεγγίσεις είτε με το ντοκιμαντέρ είτε με τη μυθοπλασία. Το σίγουρο είναι πως υπάρχει πολλή δυστυχία στον πλανήτη· συγκρούσεις, προσφυγική κρίση, κλιματική κρίση. Πώς όμως την αντιλαμβανόμαστε; Αναρωτιόμαστε από πού προέρχεται ή απλώς προβάλλουμε τον εαυτό μας πάνω στον δίπλα και ενισχύουμε τις ανισότητες; Δεν είμαι καθόλου κατά του σινεμά για “διασκέδαση”. Είναι υγιές και έχει αξία. Υπάρχει όμως τρόπος να φτιάξεις κάτι διασκεδαστικό, το οποίο ταυτόχρονα θα σε προσκαλεί να προσέξεις αντί να παρακολουθείς αδιάφορος», εξηγεί η Τζόσλιν Μπαρνς σχετικά με τον κινηματογράφο που εκείνη υπηρετεί.

foni-koinonikoy-sinema0
Η Τζόσλιν Μπαρνς βρέθηκε αυτές τις μέρες στη Νίσυρο, καλεσμένη του ΜΙΚ.

Τι θέση, όμως, αναλογεί σε αυτό το ποιοτικό σινεμά μέσα στο τοπίο κοσμογονίας που διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή στον χώρο; «Από τη μια υπάρχουν τα μεγάλα στούντιο, τα οποία σχεδόν ποτέ δεν αρέσκονταν να παίρνουν ρίσκα. Και δεν είναι μόνο το Χόλιγουντ – μεγάλες βιομηχανίες έχουν πια το Χονγκ Κονγκ, η Ινδία, ακόμα και η Νιγηρία. Πιο ενδιαφέρουσες όμως είναι οι διαδικτυακές πλατφόρμες. Το καλό με αυτές είναι πως μια ανεξάρτητη ταινία μπορεί να φτάσει σε τεράστιο κοινό. Το “Strong Island” για παράδειγμα ήταν ένα μικρό φιλμ που μέσω του Netflix πήγε σε 164 χώρες. Προφανώς δεν θα είχαμε ποτέ τα χρήματα για τέτοια καμπάνια», λέει σχετικά η Μπαρνς, επισημαίνοντας όμως και τα αρνητικά.

Κυκεώνας υλικού

«Το πιο πρακτικό πρόβλημα είναι το πόσο δύσκολα βρίσκεις τις ταινίες μέσα σε όλο αυτόν τον κυκεώνα του υλικού, συνήθως μετά την πρώτη εβδομάδα εξαφανίζονται. Και οι περίφημοι αλγόριθμοι που σου προτείνουν τι σου “ταιριάζει” να δεις, ουσιαστικά ενισχύουν τις διακρίσεις, αφού υποθέτουν με βάση το φύλο, τη φυλή, την κοινωνική τάξη κ.ο.κ. Επιπλέον, αλλάζουν τον ίδιο τον τρόπο της δημιουργίας, αφού η μικρή οθόνη απαιτεί έμφαση στο σενάριο, στην πλοκή, στην ερμηνεία των ηθοποιών, αντί για τον στοχασμό και μεγάλη εικονοποιία. Με λίγα λόγια, έναν πιο παθητικό θεατή. Οχι τυχαία έργα π.χ. του Κουροσάβα ή του Τσάπλιν φαίνονται απαίσια στην τηλεόραση».

Φυσικά δεν γινόταν να μη ρωτήσουμε την Αμερικανίδα παραγωγό σχετικά και με τα όσα συμβαίνουν στην πολιτική σκηνή της πατρίδας της. «Νομίζω πως αυτό που έχει καταφέρει ο Τραμπ είναι ιδιοφυές όσο και σατανικό. Αποσπά την προσοχή του κόσμου από το γεγονός πως στηρίζει το 1% των πλουσιότερων, ενώ δαιμονοποιεί τους δημοσιογράφους, τους καλλιτέχνες, τους ακαδημαϊκούς, γενικώς όσους μπορούν να τον ελέγξουν στα μάτια των υπολοίπων. Κατευθείαν από το εγχειρίδιο του Γκέμπελς και του Μουσολίνι».