ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ενα αληθινό παραμύθι

Ενα αληθινό παραμύθι

Σε μια σκηνή από τον ελαφρώς ξεχασμένο σήμερα (αλλά εξαιρετικό) «Εγγλέζο» του Στίβεν Σόντερμπεργκ, ο προσφάτως εκλιπών Πίτερ Φόντα ρωτάει τη νεαρή συμπρωταγωνίστριά του: «Εχεις ποτέ ονειρευτεί ένα μέρος όπου δεν μπορείς να θυμηθείς πώς έχεις πάει; Ενα μέρος το οποίο ίσως υπάρχει μόνο στη φαντασία σου, πολύ μακρινό, που το έχεις σχεδόν ξεχάσει όταν ξυπνάς; Οταν ήσουν εκεί όμως, γνώριζες κανονικά τη γλώσσα και τα κατατόπια. Αυτά ήταν τα ’60s. Οχι, ούτε καν αυτό. Ηταν μόνο το 1966 και η αρχή του 1967, αυτό ήταν όλο…». Η παραπάνω μοναδική περιγραφή, μισό ψυχεδελικό τριπ και μισό θρήνος για ένα χαμένο όνειρο, θα μπορούσε να συνοψίσει την ουσία και της νέας ταινίας του Κουέντιν Ταραντίνο, που κυκλοφορεί εδώ και λίγες ημέρες στις ελληνικές αίθουσες.

Το «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» μας ταξιδεύει στο Λος Αντζελες του 1969, σε μια εποχή κατά την οποία η Αμερική –και ο κόσμος– αλλάζει οριστικά και όπου σήμερα όλο και περισσότεροι ανατρέχουν ως καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία των πραγμάτων. Φυσικά, επειδή μιλάμε για Ταραντίνο, όλα αυτά είναι ελαφρώς κρυμμένα (αλλά πολύ ορατά στον υποψιασμένο θεατή) κάτω από τόνους ποπ πληροφορίας και αναφορών, σε ένα κινηματογραφικό επίτευγμα που συχνά προκαλεί δέος, δίχως να υπολογίζουμε και την εκτυφλωτική λάμψη των πρωταγωνιστών του.

ena-alithino-paramythi0
Ο Αλ Πατσίνο κάνει το δικό του πέρασμα, σε ρόλο Εβραίου παραγωγού, σαν ζωντανός φόρος τιμής στην εποχή.

Λαμπερή σύμπραξη

Οι δύο κορυφαίοι σταρ της σύγχρονης κινηματογραφικής βιομηχανίας, Λεονάρντο ντι Κάπριο και Μπραντ Πιτ, βρίσκονται για πρώτη φορά μαζί μπροστά από την κάμερα και το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενα συναρπαστικό. Υποδύονται αντίστοιχα τον Ρικ Ντάλτον, έναν τηλεοπτικό αστέρα που αρχίζει να χάνει την πίστη στον εαυτό του, και τον Κλιφ Μπουθ, μόνιμο κασκαντέρ και καλό φίλο, ο οποίος πρακτικά φροντίζει κάθε του ανάγκη. Οι δυο τους ψάχνουν θέση σε έναν επαγγελματικό χώρο που αλλάζει ραγδαία και τους εκπλήσσει ταυτόχρονα, δίπλα στη βίλα του Ρικ μετακομίζει ένα πολύ ενδιαφέρον ζευγάρι: είναι ο Ρόμαν Πολάνσκι και η ηθοποιός Σάρον Τέιτ (Μάργκο Ρόμπι), η οποία, ως γνωστόν, εκείνο το καλοκαίρι θα δεχτεί δολοφονική επίθεση από τους ακολούθους του Τσαρλς Μάνσον.

Χρησιμοποιώντας αυτό το τελευταίο επεισόδιο σαν το τελικό «δοχείο» που θα τοποθετήσει το κινηματογραφικό μείγμα του, ο Ταραντίνο ανασκευάζει απολαυστικά την ιστορία, όπως είχε κάνει και στο «Inglourious Basterds», προσφέροντας ένα διασκεδαστικό (σχεδόν) τρίωρο, κατά το οποίο συμβαίνουν τα πάντα και τίποτα. Από τη λεπτομερειακή ανασύσταση του Λος Αντζελες της εποχής μέχρι μια απλά απερίγραπτη συνάντηση με τον Μπρους Λι και τη σεκάνς-σεμινάριο στα λημέρια του Μάνσον, ο Ταραντίνο φτιάχνει με τον φακό του ένα χολιγουντιανό παραμύθι, με υλικά ωστόσο πέρα για πέρα αληθινά.

ena-alithino-paramythi1
Ο Ρικ σε τηλεοπτικές… περιπέτειες.

Οι δύο σταρ τραβούν πάνω τους όλα τα βλέμματα με τις ερμηνείες τους, σε βαθμό που ίσως αδικούν και κάποιους από τους (καθόλου τυχαίους) υπόλοιπους, καθώς περιδιαβαίνουν σε αυτόν τον παράξενο κόσμο, τον οποίο με δυσκολία πια αναγνωρίζουν. Μια παιδούλα ηθοποιός μιλάει κυνικά σαν μπαρουτοκαπνισμένος βετεράνος, ενώ ο Κλιφ ρωτάει μια νεαρή χίπισσα πόσων χρόνων είναι –σχεδόν ακούς τον Ταραντίνο να γελάει ειρωνικά– προτού τη βάλει στο αυτοκίνητο. Η εποχή των λουλουδιών και της αθωότητας έχει τελειώσει ανεπιστρεπτί…

Αρρωστημένο κλίμα

Δεν ασχολείται όμως μόνο ο Καλιφορνέζος sui generis δημιουργός με αυτή την καθοριστική εποχή. Πριν από δύο εβδομάδες είδαμε τον πολύ ατμοσφαιρικό «Πρίγκιπα του καρτέλ», φιλμ το οποίο εξελίσσεται στο σκληρό Λος Αντζελες των αρχών της δεκαετίας του 1970, εκεί όπου το όνειρο του σχεδιαστή αυτοκινήτων Τζον Ντελόριαν πέφτει σε τοίχο. Το ίδιο αρρωστημένο κλίμα, αυτή τη φορά σε πολιτικό επίπεδο, βλέπουμε και στην «Ενοχή του Κένεντι», τοποθετημένη ακριβώς το 1969, η οποία ασχολείται με την υπόθεση που άλλαξε την καριέρα του νεότερου μέλους της οικογένειας, Τεντ Κένεντι. Νωρίτερα μέσα στη φετινή χρονιά είχαμε παρακολουθήσει το χρονικό της δράσης του Τεντ Μπάντι, ενός άλλου διάσημου σίριαλ κίλερ, με ευθείες αναφορές στην ίδια εποχή.

Επιπλέον, ταινίες όπως τα οσκαρικά «Πράσινο βιβλίο», «Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει» και «Παρείσφρηση», όλες τοποθετημένες στη δεκαετία 1965-1975, αναδεικνύουν τη φυλετική διάσταση του πράγματος, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τα κινήματα περί ισότητας και τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Τέλος, προαναγγέλλοντας, κατά κάποιον τρόπο, τον Ταραντίνο και υιοθετώντας την αισθητική του, το περυσινό (ενδιαφέρον αλλά άνισο) «Δύσκολες ώρες στο Ελ Ροαγιάλ» κάνει επίσης ευθεία αναφορά στην εποχή Μάνσον.

Κάτι σάπιο υπάρχει στο «βασίλειο» της μεταβατικής Αμερικής

ena-alithino-paramythi2
Ο Ταραντίνο (δεξιά) στα γυρίσματα με τους δύο σταρ. Η πρώτη συνύπαρξή τους μπροστά από την κάμερα είναι παραπάνω από επιτυχής.

Οπως μαρτυράει και ο τίτλος όλα στην ταινία του Ταραντίνο κινούνται γύρω από τον λαμπερό μικρόκοσμο του Χόλιγουντ. Η κινηματογραφική βιομηχανία πέρασε τότε τη δική της μετάβαση, επανεφευρίσκοντας τον εαυτό της προκειμένου να εκφράσει όνειρα και ανησυχίες που γεννήθηκαν μέσα από τους πολιτικούς αγώνες αλλά και τη φωτιά του Βιετνάμ. Σκηνοθέτες όπως ο Σκορσέζε, ο Κόπολα, ο Μπράιαν ντε Πάλμα και ο Τζορτζ Λούκας έγιναν οι βασικοί εκφραστές της νέας εποχής, η οποία ελάχιστη σχέση είχε με την ανεμελιά και το μπρίο της προηγούμενης περιόδου. Οχι τυχαία, στο «Κάποτε στο… Χόλιγουντ», ο ίδιος ο Ταραντίνο δίνει ένα πέρασμα στον Αλ Πατσίνο, ηθοποιό που ενσάρκωσε όσο λίγοι τη συγκεκριμένη μετάβαση. Η δε νοσταλγία του, που ποτίζει σχεδόν κάθε πλάνο, δεν είναι απαραίτητα για όσα χάθηκαν, αλλά ακριβώς για τη συναρπαστική διαδικασία των αλλαγών. Οπως είπαμε πάντως, κάτω από τη γυαλισμένη επιφάνεια, που άλλωστε λατρεύει ο Ταραντίνο, κρύβεται κάτι σάπιο και παρηκμασμένο. Το καινούργιο φιλμ είναι γεμάτο από υπέροχα αυτοκίνητα εποχής, ονειρικά σπίτια με πισίνες –κάνουμε μια βόλτα και από την περίφημη βίλα του Πλεϊμπόι Χιου Χέφνερ– κ.ο.κ., όμως οι άνθρωποι δεν βρίσκονται σε ακριβώς ανάλογη κατάσταση. Ο βετεράνος του Βιετνάμ, Κλιφ, αν και πάντα χαμογελαστός, είναι στην πραγματικότητα ένας στιγματισμένος άνθρωπος που ζει σε τροχόσπιτο, με μόνη παρέα τον σκύλο του· όσο για τον Ρικ Ντάλτον, αυτός περνάει τις νύχτες του πίνοντας μέχρι λιποθυμίας, προκειμένου να κοιμηθεί. Πιο ανησυχητική και άβολη πάντως είναι η εικόνα της νεολαίας, «καμένης» και δίχως σκοπό, να ακολουθεί παρανοϊκά οράματα σαν του Μάνσον, περίπου όπως είχε περιγράψει – προφητεύσει μία δεκαετία πριν ο Αλεν Γκίνσμπεργκ, στην αρχή του «Ουρλιαχτού».

Η σημερινή αμερικανική λογοτεχνία επιστρέφει επίσης στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, προσπαθώντας, φαίνεται, να κατανοήσει τι συνέβη τότε, συνδέοντας το προσωπικό με το συλλογικό, για να το αγκαλιάσει ή ίσως και να το ξορκίσει. Ο φτασμένος Πολ Οστερ αφιερώνει ένα πολύ μεγάλο μέρος του πελώριου τελευταίου βιβλίου του «4, 3, 2, 1» ακριβώς σε αυτή την εποχή. Το ίδιο επιχειρεί όμως και ο πρωτοεμφανιζόμενος Νέιθαν Χιλ, ο οποίος έκανε μεγάλη εντύπωση με το επίσης εκτενές «Νιξ». Σε αντίθεση βέβαια με τους δύο συγγραφείς, ο Ταραντίνο δεν νιώθει την ανάγκη απλώς να αφηγηθεί την ιστορία, αλλά σαν παντοδύναμος μυθοπλάστης να την ξαναγράψει· κι αυτό, περιέργως, στο τέλος του φιλμ σε αφήνει με κάποια μελαγχολία…