ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Τζόκερ: Η ψυχική ασθένεια ως Αρμαγεδδών

musicartsculture

Ενας ψυχικά διαταραγμένος τριαντάρης επιδίδεται σ’ ένα μπαράζ φόνων και γίνεται κοινωνικός και πολιτικός ήρωας. Ο Τζόκερ δεν έχει ιδεολογία, δεν έχει πολιτικά κίνητρα, δεν έχει το παραμικρό ίχνος ηθικού ερείσματος. Είναι το θύμα μιας σοβαρής ασθένειας, και ενός περιβάλλοντος που στην καλύτερη περίπτωση είναι μη υποστηρικτικό και στη χειρότερη βάναυσα εχθρικό.

Η ταινία «Τζόκερ» είναι ένα εμπρηστικό κινηματογραφικό έργο τέχνης που, όπως πολλές σπουδαίες ταινίες του Χόλιγουντ, φιλοδοξεί να συλλάβει το πνεύμα της εποχής, μιας εποχής που έχει παραδοθεί σε ανεξέλεγκτες δυνάμεις, με όρους πολιτικούς, αισθητικούς και βέβαια, ψυχολογικούς. Εδώ όμως, η καταστροφική δύναμη δεν είναι ούτε η κλιματική αλλαγή, ούτε τα ρομπότ τεχνητής νοημοσύνης, ούτε κάποια εξωσυζυγική σχέση, αλλά η ψυχική ασθένεια. Η πιο σοκαριστική διάσταση της ταινίας είναι ότι ο διαταραγμένος Τζόκερ αποκτά ακολούθους και μιμητές. Δημιουργεί πολιτικό και κοινωνικό κίνημα. Στο παρανοϊκό πρόσωπό του ο όχλος βλέπει ένα πρότυπο και τον ακολουθεί σε κατάσταση εκστατικής μέθης. Η βία πρώτα πολιτικοποιείται, έπειτα ψυχολογικοποιείται, και τελικά αισθητικοποιείται. Σε ένα πρώτο επίπεδο η βία του Τζόκερ είναι φασιστική, τιμωρητική. Θύματά της είναι οι δόλιοι τραπεζίτες, ο πολιτικός με τη γυναίκα του, κι ο διασκεδαστής της τηλεόρασης. Το χρήμα, η πολιτική, και τα μίντια. Οι συνήθεις στόχοι. Επειτα όμως η βία του αποκτά ψυχολογικό υπόβαθρο. Τον λογαριασμό τον πληρώνει επίσης ο λούμπεν συνάδελφος, αλλά κυρίως η Μήτρα του προβλήματος, η Μητέρα. Ο Τζόκερ χορεύει, ντύνεται με το κόκκινο κουστούμι, γίνεται θελκτική εικόνα. Στο τέλος, είναι κι ο ίδιος πια ένα θέαμα. Η ψυχική ασθένεια έχει αισθητικοποιηθεί.

Προφανώς καμία φυσική δύναμη, όσο ανεξέλεγκτη κι αν είναι δεν προκύπτει στο κενό, γι’ αυτό κι ο πυρήνας της ταινίας μοιάζει να είναι πολιτικός. Η ποπ κουλτούρα του Χόλιγουντ δεν ήταν ποτέ συγκρατημένη απέναντι σε ταξικές εξηγήσεις. Οι κρατικές πολιτικές των περικοπών, η αναλγησία των πολιτικών, ο διάχυτος κυνισμός κι η κοινωνική απομόνωση, η έλλειψη μιας ενιαίας και συνολικής στρατηγικής αντιμετώπισης των ψυχικά ασθενών, είναι όλα εύγλωττα στο φιλμ. Η εντύπωση που λαμβάνει ο θεατής από την ταινία είναι ότι οι ψυχικά ασθενείς στην Γκόθαμ Σίτι είναι ολότελα αφημένοι στην τύχη τους. Αυτή η κοινωνική και πολιτική διάσταση υποχρεώνει πολλούς θεατές να δουν στο πρόσωπο του Τζόκερ –ανάλογα με τις μεροληψίες τους– τον Μέγα Κοινωνικό Απελευθερωτή, τον Τραμπ, τον Χίτλερ, ή και τον ίδιο τον Λαϊκισμό. Ωστόσο, για την ταινία, οι πολιτικές που θα βελτιώσουν έμπρακτα την κατάσταση των ψυχικά ασθενών, που θα προλάβουν και θα αντιμετωπίσουν τις ολέθριες συνέπειες του τραύματος, είναι μικρής σημασίας. Σημασία έχουν το θέαμα, η εντυπωσιοθηρία, η διχαστική και ρηχή πολιτικοποίηση ενός εξαιρετικά σοβαρού προβλήματος. Η πολιτική προτεραιότητα των δημιουργών είναι να γίνουν αβίαστα οι ταυτίσεις με την αμφίσημη καρικατούρα, και με το εξεγερσιακό πνεύμα της σύγκρουσης.

Στον ψυχολογικό επίπεδο, η πηγή του κακού στην ταινία είναι ξεκάθαρα η Μητέρα, η καταγωγή της φυσικής καταστροφής, η δύναμη που έχει μετακυλίσει την παράνοια και τον ναρκισσισμό της στο παιδί της. Εκείνος, ανήμπορος να αποδράσει από την επιρροή της, από το καθοριστικό τραύμα που του ’χει επιφέρει, κάνει μεν το καθήκον του και τη φροντίζει, αλλά η κατάστασή του επιδεινώνεται διαρκώς, γιατί το μέλλον του είναι αναπόδραστο. Εδώ εμφιλοχωρεί μέχρι και το οιδιπόδειο. Ο Τζόκερ ακολουθεί μια απέλπιδα επαγγελματική πορεία στην κωμωδία, αποτυγχάνει, κι υποχρεώνεται να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα της ασθένειάς του.

Ομως εκεί που τα πάει περίφημα η ταινία, είναι στην αισθητικοποίηση της καταστροφής. Οι θεατές στέκονται παρέα με τον πρωταγωνιστή, ανήμποροι απέναντι στο ολέθριο έργο της ψυχικής ασθένειας. Οι συμβουλευτικές συνεδρίες είναι διεκπεραιωτικές και πέφτουν θύμα των περικοπών, όπως και τα φάρμακα, ενώ στο τέλος ο εγκλεισμός μοιάζει ως η μόνη λύση. Η ταινία είναι μια τρομοκρατική εικόνα του δέους που προκαλεί η ψυχική ασθένεια στους υγιείς. Ομως αντίθετα με τους εισβολείς από τον Αρη, με τον Αρμαγεδδώνα, ή με το τσουνάμι, εδώ τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί ν’ αντισταθεί, γιατί ο κύκλος του ψυχικού τραύματος είναι φαύλος. Στο τέλος, η ψυχολόγος αναρωτιέται τι σημαίνει το παρανοϊκό γέλιο του Τζόκερ, κι εκείνος της λέει ότι δεν πειράζει που δεν καταλαβαίνει. Ο θεατής όμως είναι συνένοχος κι έχει καταλάβει, έχοντας μόλις δει το παιδί που ήταν μάρτυρας της δολοφονίας των γονιών του ως πράξη αντεκδίκησης. Αυτό το παιδί, σκέφτεται ο Τζόκερ μαζί με τον θεατή, θα γίνει άλλος ένας Τζόκερ και πάει λέγοντας. Το τραύμα του θα κακοφορμίσει και μια μέρα θα σπείρει βία, όπως αυτή του Τζόκερ.

Η ταινία διέγειρε τον υπερευαίσθητο ανιχνευτή πυρκαγιάς που είναι ενσωματωμένος στους χρήστες του Facebook, μιας δημογραφικής ομάδας γενιάς που υποφέρει ολοένα και περισσότερο από παραληρηματικές σκέψεις και ναρκισσισμό. Στο φιλμ δεν παρέχεται καμία ουσιαστική διέξοδος, παρά μόνο η σύγκρουση κι η βία. Εκεί επενδύονται όλα, σε αυτό το απλό σχήμα, γι’ αυτό γίνεται τόσο γρήγορα αντιληπτή ως «αντιστασιακή ποπ ταινία». Γι’ αυτό και τα χειροκροτήματα κι οι πανηγυρισμοί των νέων στο τέλος: νομίζουν ότι ο Τζόκερ είναι ήρωας, ενώ στην πραγματικότητα είναι και θα είναι για πάντα ένα ακόμα θύμα μιας ανεξέλεγκτης ψυχικής καταστροφής.

Στην καταληκτική σκηνή, στο βαγόνι του μετρό, ξεπροβάλλει αιφνίδια μια ενδιαφέρουσα παραβολή περί Διαδικτύου. Οι μάσκες του κλόουν κάνουν τους πάντες να μοιάζουν. Ολοι είναι ίδιοι, όλοι είναι επιτέλους ίσοι. Στη στιγμή, ο ανώνυμος όχλος παίρνει φωτιά κι αρχίζει να συμμετέχει σε εχθροπραξίες. Η ανεξέλεγκτη βία της ψυχικής καταστροφής είναι η μόνη διέξοδος. Αυτός που την πυροδοτεί, ο ψυχικά ασθενής, κατορθώνει να ξεγλιστρήσει. Αλλά εμείς γνωρίζουμε ότι η εξουσία θα παραδοθεί σε εκείνους που ξέρουν την κατάλληλη στιγμή πώς να εκμεταλλευθούν το χάος, την οργή και τη βία.