ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Τα τέρατα και οι φοβίες του Ψυχρού Πολέμου

H ταινία επιστημονικής φαντασίας «Το σύνδρομο του Αμβούργου» (1979) του Γερμανού σκηνοθέτη Πέτερ Φλάισμαν πραγματεύεται το ξέσπασμα μιας φονικής επιδημίας στη γερμανική πόλη.

Οι Αρχές του Αμβούργου βρίσκουν τον πρώτο νεκρό σε έναν οίκο ανοχής. Το σώμα κείτεται σε μια περίεργη εμβρυϊκή στάση. Σαν να ήθελε να νιώσει ξανά μια ψευδαίσθηση ασφάλειας πριν πεθάνει. Πολύ γρήγορα η άγνωστη επιδημία εξαπλώνεται στην πόλη και όσοι έχουν έρθει σε επαφή με τα κρούσματα μπαίνουν σε καραντίνα από γιατρούς με στολές «αστροναύτη» και μάσκες βιολογικού πολέμου. Γρήγορα, όμως, ξεσπάει ο πανικός. Στην ταινία επιστημονικής φαντασίας «Το σύνδρομο του Αμβούργου», του 1979, ο Γερμανός σκηνοθέτης Πέτερ Φλάισμαν δημιουργεί μια δυστοπική κατάσταση, όπου κυριαρχούν ο πανικός, το χάος και το παράλογο. Σε αντίθεση με αυτό που θα περίμενε κανείς, ο σκηνοθέτης δεν εστιάζει σε έναν επιστήμονα ή σε μια ομάδα που προσπαθεί να πολεμήσει τον ιό. Αντιθέτως, φτιάχνει ένα σουρεαλιστικό road trip με πέντε ετερόκλιτους πρωταγωνιστές, που προσπαθούν να το σκάσουν από το Αμβούργο πριν από το τελικό lockdown της πόλης. Και ναι, ο Φλάισμαν «είδε» να γίνονται κρυφά πάρτι μέσα σε κλειστά μπαρ την ώρα που έξω θέριζε η επιδημία.

ta-terata-kai-oi-fovies-toy-psychroy-polemoy0
Σκηνή από την ταινία «The day the Earth stood still», του Ρόμπερτ Γουάιζ, μία από τις καλύτερες όλων των εποχών σύμφωνα με τον Αρθουρ Τ. Κλαρκ.

Η ταινία του Φλάισμαν δεν είναι ευρύτερα γνωστή, δεν τα πήγε και πολύ καλά στην εποχή της και μάλλον δεν θα τη βλέπαμε ούτε εμείς, αν δεν ήταν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το αφιέρωμά του στην επιστημονική φαντασία με sci-fi και cli-fi (climate fiction) ταινίες της περιόδου 1950-1990, ένα μείγμα από B-movies με πρωτόγονα εφέ αλλά και σημαντικούς δημιουργούς, όπως τον «πατέρα» του Γκοτζίλα, Ισίρο Χόντα. Το φεστιβάλ μπορεί να ολοκληρώνεται σήμερα διαδικτυακά, αλλά το αφιέρωμα στην επιστημονική φαντασία και ειδικά οι ταινίες που δεν προβλήθηκαν online, όπως το θρυλικό «Soylent Green» του Ρίτσαρντ Φλάισερ, με τον Τσάρλτον Ιστον, θα μεταφερθεί στις φυσικές, σκοτεινές αίθουσες μόλις το επιτρέψει ο κορωνοϊός.

ta-terata-kai-oi-fovies-toy-psychroy-polemoy1
Στη sci-fi παρωδία «Sexmission», του Πολωνού Γ. Ματσούλσκι, δύο άνδρες, ύστερα από ένα πείραμα κρυογενετικής, ξυπνούν σε μια κοινωνία γυναικών. 

Ωστόσο, το ίδιο το αφιέρωμα αλλά και η καλαίσθητη δοκιμιακή έκδοση «Προφητείες από έναν άλλο κόσμο» (σε δημιουργική επιμέλεια Γιάννη Καρλόπουλου και Συνεργατών), που κυκλοφορεί από το φεστιβάλ με κείμενα κριτικών, συγγραφέων, σκηνοθετών και ακαδημαϊκών, oι οποίοι μίλησαν και στην «Κ», ανοίγει μια συζήτηση για την αξία της επιστημονικής φαντασίας, τα θέματα που έθιξε αλλά και τη μεγάλη απόσταση εκείνων των προσεγγίσεων από τις αντίστοιχες ταινίες του σήμερα.

Η χρυσή εποχή

Τι παραπάνω έχει να μας πει, λοιπόν, εκείνη η εποχή; «Πιστεύω ότι η περίοδος από το ’50 έως το ’90 είναι η χρυσή εποχή της επιστημονικής φαντασίας», απαντά ο διευθυντής του φεστιβάλ και κριτικός Ορέστης Ανδρεαδάκης, «τότε που δημιουργήθηκαν εμβληματικές ταινίες, νέα τέρατα, νέα όντα, καινούργιες κινηματογραφικές εφευρέσεις και εφέ». Οι ταινίες της εποχής, προσθέτει, προσπάθησαν να ερμηνεύσουν και να μιλήσουν για τους φόβους και τις ανησυχίες του ανθρώπου από τις απειλές του Ψυχρού Πολέμου και τη διάψευση των ελπίδων που καλλιέργησε το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. «Τότε γεννήθηκαν οι φοβίες για την εισβολή του “ξένου”, για τις παγκόσμιες συνωμοσίες, η απειλή της πυρηνικής καταστροφής, που έκανε τους ανθρώπους να χτίζουν υπόγεια καταφύγια, και η τέχνη τις κατέγραψε μέσα από τα πολλά κινήματα και ρεύματα της εποχής, αλλά για το πλατύ κοινό λειτούργησε μόνο η επιστημονική φαντασία και γι’ αυτό άνθησε το είδος στη λογοτεχνία και στο σινεμά», σημειώνει. 

ta-terata-kai-oi-fovies-toy-psychroy-polemoy2
Δύο διάσημα τέρατα συγκρούονται.

Τότε, λοιπόν, δημιουργήθηκαν φιλμ όπως το «The day the Earth stood still» ή το «Silent running» και αργότερα το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» ή το «Blade Runner», που παραμένουν διαχρονικά (όπως και η ρωσική «απάντηση» στο «2001», το υπαρξιακό «Σολάρις» και λίγο αργότερα το «Στάλκερ», αμφότερα του Ταρκόφσκι). Πού διαφέρουν από τα σημερινά sci-fi μπλοκμπάστερ; «Οταν το Χόλιγουντ μπήκε στο παιχνίδι, έδωσε βάρος στο αμπαλάζ, στα εφέ, στην τεχνολογία», τονίζει ο κ. Ανδρεαδάκης, «όχι τόσο στα αλληγορικά μηνύματα που προσπαθούσαν να περάσουν οι κινηματογραφιστές παλαιότερα, που δεν είχαν ειδικά εφέ». Εκείνες οι ταινίες δεν είχαν χάπι εντ.

Από την ενηλικίωση στο cyberpunk και στα κλισέ των μπλοκμπάστερ

«Η επιστημονική φαντασία του ’60 ασχολήθηκε με πιο “ενήλικα” θέματα από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια», μας λέει ο σκηνοθέτης Γιάννης Βεσλεμές, «όπως πάντα, έγινε ένας καμβάς που πάνω του προβάλλονται οι ανησυχίες της κάθε εποχής». Ο σκηνοθέτης περιγράφει στην έκδοση των «Προφητειών» τη θεματική ενηλικίωση του είδους της επιστημονικής φαντασίας, ξεκινώντας από την «Πλημμύρα» του Τζέιμς Γκ. Μπάλαρντ (1962) και τελειώνοντας με το «Ηλεκτρικό πρόβατο» του Φίλιπ Κ. Ντικ (1968), που ενέπνευσε το μεταγενέστερο «Blade Runner» (1982). 

ta-terata-kai-oi-fovies-toy-psychroy-polemoy3
Δύο ήρωες του «Κιν-τζα-τζα» τηλεμεταφέρονται σε έναν πλανήτη όπου κυριαρχεί το τέρας της γραφειοκρατίας.

 

Στη δεκαετία του ’90, μας λέει, καταγράφεται η άνοδος του cyberpunk, με θεματικές γύρω από την απόλυτη επικράτηση της τεχνολογίας, αλλά μετά ξεκινάει μια παρακμή του είδους, μέσα από τα μπλοκμπάστερ που αναβιώνουν λησμονημένους υπερήρωες. «Λυπάμαι πολύ που το σινεμά, αντί να αντλήσει από τα θέματα του παρόντος, επιστρέφει σε μεσοπολεμικά κλισέ», σχολιάζει και σημειώνει ότι μια από τις μάλλον τελευταίες ταινίες που ενσωματώσει μοτίβα από το «εσωτερικό διάστημα» του Μπάλαρντ και τις υπαρξιακές αναζητήσεις του sci-fi είναι οι «12 πίθηκοι» του Τέρι Γκίλιαμ, στους οποίους πολλοί προσέτρεξαν αναζητώντας μια πιο στοχαστική (μέσα στην τρέλα του Τζέιμς Κόουλ) μετα-αποκαλυπτική ματιά για την εποχή που ακολουθεί το ξέσπασμα ενός μολυσματικού ιού, όπως ο SARS-CoV-2.

Ο ίδιος, πάντως, εκτιμά ότι μάλλον «βιώνουμε το κλισέ της επιστημονικής φαντασίας», δηλαδή sci-fi χωρίς γοητεία και συγκινήσεις, καθώς «η πραγματικότητα είναι πιο στεγνή και πιο άσχημη» και είναι επιφυλακτικός για την όποια απάντηση μπορεί να δώσει το σινεμά. «Το ερώτημα είναι πρώτα εάν θα επανακάμψει η βιομηχανία, που δεν βλέπω να συμβαίνει για δυο-τρία χρόνια, και μετά αν θα πας παρακάτω, να ασχοληθείς με θέματα πολιτικά, με νέους κόσμους, να μιλήσεις για το τώρα με τρόπο αιχμηρό», σημειώνει.
Αντέχουμε, όμως, ακόμα ένα σκοτεινό σενάριο; Στο δίλημμα ουτοπία ή δυστοπία, θα λέγαμε ότι το σινεμά έχει ήδη απαντήσει, αν κρίνουμε εμπειρικά από την πληθώρα των ταινιών που προβλέπουν ένα δυσοίωνο μέλλον. «Η τελευταία αναλαμπή του δυτικού κόσμου ότι μπορούμε να χτίσουμε κάτι καλύτερο ήταν τη δεκαετία του ’60», μας λέει ο Σωτήρης Τριαντάφυλλος, ιστορικός με ειδίκευση στην πρώιμη νεωτερικότητα. Η δυστοπία, συμπληρώνει, εκφράζει τις κοινωνικές και πολιτισμικές ανησυχίες για το τι μπορεί να προκαλέσει στο μέλλον μια κατάσταση που βιώνεται στο παρόν. Με άλλα λόγια, δεν είναι περίεργο που η λογοτεχνία και το σινεμά εστιάζουν σε δυστοπικά σενάρια με αφορμή τις απειλές που έχει να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα. «Το πιο δυσοίωνο σενάριο», καταλήγει, «είναι πως φλερτάρουμε με μια γενικότερη πολιτισμική και ιδεολογική τάση, που βλέπει την καταστροφή ως μια επιθυμητή διέξοδο από τη στασιμότητα που έχουμε περιέλθει ως πολιτισμός εδώ και χρόνια».