ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Σάλος για τον «Λύκο της Γουώλ Στρητ»

salos-gia-ton-lyko-tis-goyol-strit-2001235

Τα σεμινάρια του αληθινού «Λύκου της Wall Street» Τζόρνταν Μπέλφορτ, που βρίσκεις στο YouTube, θυμίζουν διαφημίσεις τηλεμάρκετινγκ. Η διαφορά είναι ότι δεν πουλάει κάποια «θαυματουργή» φόρμουλα αδυνατίσματος ή ένα πολυμίξερ που λύνει τα χέρια της νοικοκυράς, αλλά το μυστικό για να «γίνεις όσο καλύτερος μπορείς, όποια δουλειά και να κάνεις», και να «κερδίσεις όσο περισσότερα χρήματα γίνεται».

«Το να βγάλεις λεφτά είναι εύκολο», πιστεύει. Και γιατί όχι; Ο ίδιος εξακολουθεί να το κάνει, 15 χρόνια μετά τη σύλληψή του για την εξαπάτηση χιλιάδων μικροεπενδυτών με μετοχές-«σκουπίδια», δημόσιες εγγραφές ανύπαρκτων εταιρειών, «ξέπλυμα» χρήματος και λοιπές οικονομικές αμαρτίες του είδους που ευδοκιμεί στον καπιταλισμό – καζίνο. Πληρώνεται με πενταψήφια ποσά για ομιλίες, προσκαλείται από μεγάλες εταιρείες (Delta Air Lines, Virgin, Deutche Bank είναι μερικές που ο ίδιος κατονομάζει), κέρδισε γύρω στα 2 εκατομμύρια δολάρια από τα δικαιώματα των δύο βιβλίων του και ετοιμάζει τρίτο, ενώ πουλάει μέσω Ιντερνετ την «αλάνθαστη» μέθοδό του σε πακέτο 10 DVD, 10 CD κ.λπ. έναντι 1.997 δολαρίων – δεκτές όλες οι πιστωτικές, περάστε, κόσμε. Από τα 110 εκατομμύρια δολάρια που ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στα θύματα της κομπίνας του, έχουν καταβληθεί μόλις 11,6 – τα περισσότερα από την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων και ελάχιστα από αμοιβές των τελευταίων ετών, τις οποίες κατηγορείται πως εντέχνως αποκρύπτει με νομικίστικα τεχνάσματα.

Επί της ουσίας ατιμώρητος

Στα 51 του πλέον, και σχεδόν αφύσικα καλοδιατηρημένος αν αναλογιστεί κανείς το όργιο καταχρήσεων στο οποίο επιδόθηκε τα χρόνια του ξέφρενου πλουτισμού του, ζει σε ένα ωραίο παραθαλάσσιο σπίτι στην ακριβή Hermosa Beach της Καλιφόρνια, εξακολουθεί να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του (πόσω μάλλον τώρα που τον έκανε ταινία ο Σκορσέζε και τον υποδύθηκε ο Ντι Κάπριο), κυκλοφορεί μαυρισμένος και καλοντυμένος, οδηγεί καμπριολέ Μερσεντές, περνάει χρόνο με τα παιδιά του (16, 18 και 20 ετών), παίζει τένις, δηλώνει «καθαρός» από ουσίες, τίμιος, μεταμελημένος, ένας άλλος άνθρωπος: «Αγαπητοί φίλοι, η τακτική πειθούς μου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραπλάνηση των πελατών σας· συνιστώ να την εφαρμόζετε με ηθική», γράφει στην ιστοσελίδα του ο αυτοδημιούργητος γιος λογιστών από το Λονγκ Αϊλαντ, ο οποίος εγκατέλειψε την οδοντιατρική σχολή, δούλεψε ως πλασιέ κατεψυγμένων θαλασσινών και στα 24 πήγε στη Γουόλ Στριτ για να πιάσει την καλή.

Ο πράκτορας Κρεγκ Κόλμαν του FBI, που αφιέρωσε έξι χρόνια από τη ζωή του για να τον στριμώξει, πηγαίνει μαζί του για φαγητό πότε-πότε για να ακούει τις ιστορίες του. Οσο και αν τον κάνει έξω φρενών η ευκολία με την οποία ο Μπέλφορτ «πούλησε» φίλους και συνεργάτες για να σώσει το τομάρι του, όπως και το γεγονός ότι τελικά πέρασε μόλις 22 μήνες σε μια φυλακή-κατασκήνωση, πληρώνοντας άλλους φυλακισμένους για θελήματα. Ως και ο πρώην δημόσιος κατήγορος Νταν Αλόνσο, που είχε αναλάβει την υπόθεσή του, τον κάλεσε στην Εισαγγελία του Μανχάταν, όπου υπηρετεί, για να μιλήσει στους λειτουργούς της Δικαιοσύνης!

Η φωνή των θυμάτων

Αν ανήκετε σε αυτούς που εκνευρίστηκαν παρακολουθώντας επί τρίωρο τα «κατορθώματα» του Μπέλφορτ στην οργιώδη κινηματογράφηση του Μάρτιν Σκορσέζε, σκεφτείτε πώς πρέπει να νιώθει και ο Ρόμπερτ Σέριν, που τον έχει γείτονα και μίλησε σε ρεπορτάζ της LA Weekly, με αφορμή την ταινία. Ο 66χρονος σήμερα Σέριν είναι ένας από τους 1.513 μικροεπενδυτές που αποδεδειγμένα απώλεσαν τις οικονομίες τους εξαιτίας του «Λύκου» και προ 12 ετών πήρε ως αποζημίωση «περίπου 20 σεντς το δολάριο». «Καμιά φορά τον βλέπω να περιφέρεται σαν το παγόνι, αυτόν τον αναιδή κοντό τυπάκο, και σκέφτομαι να πάω και να του πω: Μου χρωστάς λεφτά. Αλλά δεν έχω την παραμικρή διάθεση να τον συναντήσω». Θα πήγαινε, ωστόσο, να δει την ταινία. «Θέλω να θυμίσω στον εαυτό μου τις κακές επιλογές που έκανα στο παρελθόν – για να παίρνω πιο προσεκτικές αποφάσεις στο μέλλον. Αετονύχηδες σαν αυτόν επιτυγχάνουν εκμεταλλευόμενοι τη φιλαργυρία και την απληστία μας. Πρέπει να αποδεχτώ το πόσο βλάκας υπήρξα που έπεσα στην παγίδα του».

Η απουσία της οπτικής γωνίας των θυμάτων από την ταινία, που ο Σκορσέζε και ο Ντι Κάπριο υπερασπίζονται στις συνεντεύξεις τους ως ευθεία καταγγελία του κόσμου της εξαπάτησης, των αδίστακτων «παικτών» των αγορών και των διάτρητων δομών που διευκολύνουν το οικονομικό έγκλημα, είναι ένα από τα βασικά επιχειρήματα που επικαλούνται οι επικριτές τους. Κάποιοι, όπως ο Ρίτσαρντ Μπρόντι στο έγκυρο New Yorker, τάσσονται στο πλευρό του σκηνοθέτη και υποβαθμίζουν την παράλειψη: «Για να δείτε τα θύματα του Μπέλφορτ, που είναι μαζί και συνεργοί του, κοιταχτείτε στον καθρέφτη. Δεν υπάρχουν αθώοι στο όραμα του Σκορσέζε. Το φιλμ είναι ένα ενιαίο πεδίο ανομολόγητων επιθυμιών, πειρασμών, κακού και αμαρτίας». Αλλοι τον κατακεραυνώνουν. «Η ταινία πνίγεται στην ανηθικότητα, μετατρέποντας το έγκλημα σε κωμωδία», γράφει ο Ρίτσαρντ Κόρλις του Time, ενώ η Wall Street Journal σημειώνει πως «κάθε ουσιαστική θεώρηση του πάρτι της απληστίας παρεμποδίζεται από την ευφορία της απεικόνισης». «Υποτίθεται πως είναι ένα ντοκουμέντο ανήθικης, αηδιαστικής, έκφυλης συμπεριφοράς, αλλά είναι γυρισμένο με τόσο πανηγυρικό στυλ, που γίνεται παράδειγμα αηδιαστικής, πρόστυχης κινηματογραφίας», γράφει ο Ντέιβιντ Ντένμπι, πάλι στο New Yorker, την ώρα που ο Πίτερ Τράβερς στο «Ρόλινγκ Στόουν» εξυμνεί τον σκηνοθέτη για τις απανωτές γροθιές που καταφέρει, επί τρεις ώρες, στην αμερικανική κουλτούρα του εύκολου πλουτισμού…

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κ» (τεύχος 554)