ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το ντοκιμαντέρ έχει πλέον κοινό

to-ntokimanter-echei-pleon-koino-2014343

Οταν η κρίση χτύπησε την Ελλάδα και όλους μας, ο πολιτισμός βρέθηκε αυτομάτως στην πιο δυσμενή θέση. «Εδώ δεν έχουμε νοσοκομεία, τι τη θέλουμε την τέχνη». Το κατανοώ απόλυτα. Ομως η ίδια η κρίση γεννά και τα μεγαλύτερα ερωτήματα για το «πού πάμε», «ποιο θα είναι το αύριο». Αυτή η οικονομική δυσπραγία δημιουργεί συλλογικότητες, συνασπίζει ανθρώπους που παλεύουν να επιβιώσουν, βιολογικά, ηθικά και ψυχολογικά. Εδώ ακριβώς επεμβαίνει ο πολιτισμός. Σ’ αυτή την ψυχολογική στήριξη που τόσο εύκολα μπορεί να διαταραχθεί. Σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία, ανέλαβα το φεστιβάλ, με επιπλέον βαρίδι, ένα κληρονομημένο χρέος από την προηγούμενη διοίκηση. Κι έπρεπε όχι μόνο να αποπληρωθεί το χρέος, αλλά και να βρεθούν χρήματα έτσι ώστε το φεστιβάλ να συνεχίσει να εξελίσσεται και να μην υποκύψει. Καταφέραμε κι εξασφαλίσαμε επιπλέον κονδύλια, από κοινοτικές πηγές χρηματοδότησης (ΕΣΠΑ), καθώς σε όλους τους φορείς πολιτισμού, οι κρατικές επιχορηγήσεις άρχισαν να μειώνονται υπό το βάρος της κρίσης. Σύντομα γεννήθηκαν κι άλλες ιδέες. Εγιναν και πράξη. Ιδρύσαμε την Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης και μαζί, την Κινηματογραφική Βιβλιοθήκη, με περισσότερους από 10.000 τίτλους στις προθήκες της. Η Ταινιοθήκη πραγματοποιεί σε εβδομαδιαία βάση αφιερώματα στους σημαντικούς του παγκόσμιου σινεμά. Το φεστιβάλ λοιπόν όχι μόνο δεν συρρικνώθηκε, αλλά ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την άρρηκτη σχέση με το κοινό του. Κι όλα αυτά με αιματηρή οικονομία.

Αυτές τις μέρες πραγματοποιήθηκε το 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ένα φεστιβάλ που ιδρύσαμε μια μικρή ομάδα απ’ το μηδέν, πριν από 16 χρόνια, στους κόλπους του μεγάλου φεστιβάλ, του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κι ενώ το φεστιβάλ βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής, ως ένας απ’ τους λιγοστούς εθνικούς πολιτιστικούς φορείς με τόσο διεθνή αντίκτυπο, υπήρξαν άνθρωποι που εκμεταλλεύτηκαν τη χρονική συγκυρία για να αμαυρώσουν το κύρος και τη φήμη του θεσμού και ενδεχομένως να προβάλλουν και προσωπικές τους επιδιώξεις. Οι ίδιοι άνθρωποι έχουν επωφεληθεί στο παρελθόν οικονομικά απ’ τον θεσμό και τώρα στρέφονται εναντίον του. Επιδιώκουν να επιστρέψουμε σε μια εποχή, ακόμη και προ της διεθνοποίησης του φεστιβάλ, που έγινε το 1992 επί Μισέλ Δημόπουλου. Ο λόγος τους, χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα και με διάθεση λαϊκισμού, χάνει την αξιοπιστία του. Ομως μας δίνει ακόμη μια ευκαιρία να θυμηθούμε τη διαδρομή που έχουμε χαράξει και τις θυσίες και τον αγώνα που έχουμε κάνει.

Πριν από 17 χρόνια, εάν κάποιος έλεγε ότι στην Ελλάδα θα εδραιωθεί ένα πρώτης γραμμής διεθνές φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, ο κόσμος θα γελούσε μαζί του. Κι έτσι γινόταν. Ομως, να που έγινε πραγματικότητα, σε ένα ελληνικό τοπίο που ήταν δύσπιστο απέναντι σε τέτοιες δράσεις. Αυτό που ξεκίνησε σαν μια πρωτοβουλία ενός ανθρώπου, μιας μικρής ομάδας, είναι πλέον υπόθεση πολλών και έχει εξελιχθεί σε ένα κινηματογραφικό γεγονός διεθνούς εμβέλειας. Αυτό το φεστιβάλ δεν γεννήθηκε απ’ το πουθενά, αλλά από ανθρώπους που πάλεψαν σκληρά για να το κάνουν αυτό που είναι. Και τώρα, που έχει αποκτήσει αυτή την υπόσταση, εμφανίζονται εμπαθείς φωνές, θέλοντας να το βλάψουν. Οφείλουμε να το περιφρουρήσουμε απέναντι σε κάθε κακόβουλη στάση. Είμαι και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό το φεστιβάλ. Και όσες φορές, κάποιοι επιλέγουν να το πολεμούν, εμείς θα το βλέπουμε ως άλλη μια ευκαιρία για να θυμηθούμε τον δρόμο που διανύσαμε για να φτάσουμε ώς εδώ.

* Ο κ. Δημήτρης Εϊπίδης είναι διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ιδρυτής και διευθυντής του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.