ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ενας καταστροφικός Πυγμαλίων

enas-katastrofikos-pygmalion-2040297

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ το Σαββατοκύριακο που πέθανε η Λάουρα. Ενας ασημένιος ήλιος έκαιγε στον ουρανό σαν τεράστιος μεγεθυντικός φακός. Ηταν η πιο ζεστή Κυριακή που θυμάμαι. Ενιωθα σαν να είχα απομείνει ο τελευταίος άνθρωπος στη Νέα Υόρκη. Και πράγματι, μετά τον φρικτό θάνατό της είχα μείνει μόνος. Εγώ ο Γουάλντο Λίντεκερ, ο μοναδικός που ήξερε αληθινά τη Λάουρα, είχα αρχίσει να γράφω την ιστορία της όταν ήρθε να με δει ένας από αυτούς τους ντετέκτιβ…». Με τη φωνή του Κλίφτον Γουέμπ εκτός κάδρου ως εισαγωγή αρχίζει η διαχρονικά σαγηνευτική «Λάουρα», ένα από τα πιο εμβληματικά ερωτικά φιλμ νουάρ από συστάσεως Χόλιγουντ. Ο Γουέμπ, διάσημος ηθοποιός του θεάτρου, ο οποίος κόντεψε να πάθει σοκ όταν τον κάλεσαν σε οντισιόν στη Fox του μαικήνα Ντάριλ Ζανούκ πριν του δώσουν ρόλο συμπρωταγωνιστή δίπλα στην άσημη Τζιν Τίρνεϊ, μας εισάγει ατμοσφαιρικά στην ιστορία ενός καταστροφικού πάθους. Η «Λάουρα» προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη σε επανέκδοση.

Παραλίγο κουλουβάχατα

Η «Λάουρα» γυρίστηκε το 1944 και άντεξε στον χρόνο. Δεν διεκδίκησε ποτέ όμως τον χαρακτηρισμό της ως ταινία-σταθμός στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, παρότι πρόκειται για «ταινία δημιουργού» που κυοφορήθηκε σε ασφυκτικό πλαίσιο παραγωγής. Ηταν ένας μικρός θρίαμβος του σκηνοθέτη Οτο Πρέμινγκερ, που κατάφερε να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της δουλειάς του αναγκάζοντας τον φοβερό και τρομερό Ζανούκ να αναδιπλωθεί.

Το παρασκήνιο της «Λάουρας», που παραλίγο να καταλήξει b-movie, θα μπορούσε να γίνει σενάριο γύρω από μια ταραγμένη περίοδο της Fox. Η συγγραφέας Βέρα Κάσπαρι, που λίγα χρόνια μετά βρέθηκε στη μαύρη λίστα του Μακάρθι, είχε δυσαρεστηθεί γιατί το πιο εμπορικό βιβλίο της, με προσεγμένη γραφή και σύνθετους ψυχολογικά ήρωες, είχε θεωρηθεί β΄ διαλογής από τη Fox. Ο Ρούμπεν Μαμούλιαν, ήδη επιτυχημένος σκηνοθέτης, αντιστεκόταν στην αφόρητη πίεση του Ζανούκ (που είχε έτοιμο ένα δικό του τέλος για την ιστορία) να αναλάβει την ταινία. Παράλληλα, ο Ζανούκ δεν ήθελε τον Ντάνα Αντριους για πρωταγωνιστή στον ρόλο του νεαρού ντετέκτιβ. Η μόνη που δεν είχε προβλήματα ήταν η νεαρή Τίρνεϊ, την οποίο ο ίδιος ο Ζανούκ είχε ανακαλύψει. Λίγο πριν ναυαγήσει το σχέδιο, ο Πρέμινγκερ, Εβραίος εμιγκρές από την Αυστρία που είχε έρθει στο Χόλιγουντ την εποχή της ανόδου του ναζισμού και έπαιζε ρόλους ναζιστών σε ταινίες, ανέλαβε παραγωγός και σκηνοθέτης της «Λάουρας».

Η αθόρυβη και διαυγής σκηνοθεσία του, υπόδειγμα αφηγηματικής πυκνότητας και αριστοτεχνικής στιβαρότητας, υπερέβη τις συμβάσεις του Χόλιγουντ μετατρέποντας το b-movie σε σπουδαία ταινία. Η ατμόσφαιρα, οι διάλογοι που έχουν βαρύτητα παρόμοια με εκείνη της δράσης και η διεύθυνση των ηθοποιών έφεραν την επιτυχία.

Πόθος

Πυρήνας της μυθοπλασίας είναι ο πόθος τριών ανδρών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις για τη Λάουρα Χαντ, νεαρή διαφημίστρια, που μπήκε στους κοσμικούς κύκλους της Νέας Υόρκης χάρη στον σνομπ Γουάλντο Λίντεκερ, διάσημο χρονικογράφο και Πυγμαλίωνά της. Η ταινία, εξαίρετης γεωμετρίας, ανοίγει και κλείνει ρομαντικά με την υπνωτιστική αφήγηση του αριστοκράτη Γουάλντο εκτός κάδρου. Στο ενδιάμεσο, ο σκληρός, φαινομενικά κυνικός, ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον προσπαθεί να ταιριάξει σωστά τις λεπτομέρειες για να λύσει το μυστήριο του φόνου της Λάουρας και να βρει τον δολοφόνο της. Οι ενδείξεις τον στρέφουν προς τον Σέλμπι, δανδή που τον συντηρεί μια πλούσια. Καθώς προχωρούν οι έρευνες, ο ΜακΦέρσον ερωτεύεται τη «νεκρή» Λάουρα μαγεμένος από το πορτρέτο της που είναι κρεμασμένο στον τοίχο του σαλονιού της. Ενα βράδυ, που βυθίζεται στο πάθος του διαβάζοντας το ημερολόγιό της, η «νεκρή» εμφανίζεται ολοζώντανη μπροστά του. Μια άτυχη γυναίκα, φίλη της, δέχτηκε στο πρόσωπό της τα σκάγια από το δίκαννο του δολοφόνου.

Για την ιστορία, στα γυρίσματα ως πορτρέτο της Λάουρας χρησιμοποιήθηκε μια επεξεργασμένη τεχνικά φωτογραφία της Τίρνεϊ, που αντικατέστησε το πορτρέτο της το οποίο είχε ζωγραφίσει η σύζυγος του Μαμούλιαν. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία της ταινίας από τον Τζόζεφ Λα Σελ βραβεύτηκε με Οσκαρ.

Δείτε

Λάουρα (Laura, 1944)
Η «Λόρα», που επικράτησε να την αποκαλούμε Λάουρα, είναι ένα από τα σημαντικότερα ερωτικά φιλμ νουάρ στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Αυστριακός Οτο Πρέμινγκερ έκανε διάσημη την Τζιν Τίρνεϊ στον ρόλο μιας φαμ φατάλ, που ξεφεύγει κάπως από τα στερεότυπα του είδους και έρχεται κοντά στο μελόδραμα. Ο αριστοκράτης Γουάλντο Λίντεκερ, μεσήλικας χρονικογράφος με δηλητηριώδη πένα, κυνικός και αδίστακτος με όποιον αγγίξει ό,τι θεωρεί ιδιοκτησία του, αντιμετωπίζει τη Λάουρα ως ανεκτίμητο δημιούργημά του. Τη Λάουρα, που έχει ταπεινή κοινωνική καταγωγή, φαίνεται να την κερδίζει ο μορφονιός Σέλμπι, κηφήνας που τρώει χρήματα από μια πλούσια γεροντοκόρη. Μετά τη δολοφονία της Λάουρα, με την οποία αρχίζει η ταινία, παρουσιάζεται στο προσκήνιο ο ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον, ήρωας έπειτα από συμπλοκή με γκάνγκστερ, που ερωτεύεται την εικόνα της: το πορτρέτο της που κρέμεται στον τοίχο. Δίπλα στην Τίρνεϊ, οι Ντάνα Αντριους, Κλίφτον Γουέμπ, Βίνσεντ Πράις, Τζούντιθ Αντερσον. (Στους κινηματογράφους)