ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Υπάρχουν και θρήσκοι και άθεοι φανατικοί

yparchoyn-kai-thriskoi-kai-atheoi-fanatikoi-2046254

Το πρώτο πράγμα που ήθελα να ρωτήσω τον Γερμανό σκηνοθέτη Ντίντριχ Μπρίγκεμαν ήταν «γιατί έκανες αυτήν την ταινία;». Από πού μπορεί να ορμάται άραγε ένας νέος άνθρωπος για να μιλήσει περί καταπιεστικού καθολικισμού στη σημερινή Γερμανία; Ο λόγος για την καινούργια ταινία «Οι σταθμοί του σταυρού» του ταλαντούχου Μπρίγκεμαν, η οποία παρουσιάστηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας και σύντομα θα βγει κανονικά στις ελληνικές αίθουσες. Σε αυτή, η δεκατετράχρονη Μαρία, μέλος μιας βαθιά πουριτανικής καθολικής οικογένειας, αποφασίζει να ακολουθήσει τον μαρτυρικό δρόμο του Ιησού και να φτάσει μέσω αυτού στην απόλυτη κάθαρση και την αγιοσύνη. Ο διαρκής κίνδυνος του «πειρασμού», ο απόλυτος ιερέας, η αυταρχική μητέρα, ο άρρωστος μικρός αδελφός είναι οι άξονες του κόσμου της Μαρίας, τους οποίους το φιλμ πραγματεύεται με σοβαρότητα αλλά και μια λεπτή ειρωνεία.

«Υπάρχουν αιτίες, ανάγκες και περιστάσεις για να γίνει οποιαδήποτε ταινία. Ο προσωπικός λόγος είναι πως ξέρω αυτούς τους ανθρώπους. Πηγαίναμε σε μια ανάλογη εκκλησία με την οικογένειά μου, κι εγώ ο ίδιος ήμουν παπαδοπαίδι. Μπορεί οι δικοί μου να μην έφταναν στις ακρότητες της οικογένειας, στην ταινία όμως ο πατέρας μου έμοιαζε αρκετά στη συμπεριφορά του με τη μητέρα της Μαρίας. Εκτός αυτού όμως υπάρχουν και οι ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές περιστάσεις. Ο φονταμενταλισμός σήμερα παίρνει πάλι μορφή με το Ισλαμικό Κράτος και τις εξελίξεις που όλοι γνωρίζουμε ή τις αντιλήψεις που επικρατούν σε άλλες, θρησκευτικά φορτισμένες, περιοχές του κόσμου. Ομως δεν έχει να κάνει μόνο με τον θρησκευτικό φανατισμό. Υπάρχουν επίσης ομάδες φανατικών άθεων, οι οποίοι συμπεριφέρονται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο». Ο ίδιος πάντως, παρά τις παιδικές επιρροές, δεν είναι θρησκευόμενος. «Πλέον όχι, δεν μπορώ να πιστέψω… Δεν ξέρω αν μου έχει βγει σε καλό αυτό, οι έρευνες δείχνουν πως οι άνθρωποι που πιστεύουν πολύ και προσεύχονται είναι πιο υγιείς, χαρούμενοι και ζουν περισσότερο».

Παραδέχεται φυσικά ότι σήμερα αυτές οι ακραίες θρησκευτικές συνήθειες, αν και υπαρκτές, δεν απαντούν τόσο συχνά όπως μία γενιά πριν. «Στον γερμανικό Νότο ειδικά υπάρχουν ακόμη τέτοιες οικογένειες, με μητέρες εξαιρετικά δυναμικές, οι οποίες θα μπορούσαν να είναι καριερίστες, όμως η θρησκεία τους επιβάλλει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, οπότε όλη τους η ενέργεια διοχετεύεται στο σπίτι. Ακόμη πάντως και σε περιπτώσεις που δεν έχουν να κάνουν με τη θρησκεία πάλι υπάρχουν οικογενειακές παραδόσεις και καταστάσεις κοντά σε αυτές που περιγράφει το φιλμ».

Οταν στην κουβέντα αναφέρεται η «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε, η οποία εξερευνά ανάλογα θέματα θρησκευτικού και κοινωνικού συντηρητισμού ως βαθύτερες αιτίες της ανόδου του ναζισμού, ο κ. Μπρίγκεμαν αποφεύγει να συνδέσει την ταινία του με ανάλογα συμπεράσματα. «Η “Λευκή κορδέλα” είναι αριστούργημα, η καλύτερη ταινία του Χάνεκε κατά τη γνώμη μου, όμως στη δική μου περίπτωση δεν πιστεύω ότι αυτές οι συμπεριφορές οδηγούν κάπου. Απλώς υπάρχουν και λειτουργούν ως προσωπικές τραγωδίες όσων εμπλέκονται».

Αφηγηματικά οι «Σταθμοί του σταυρού» εξελίσσονται μέσα σε 14 μονοπλάνα με ονόματα παρμένα από περιστατικά του Θείου Πάθους και την κάμερα καρφωμένη σχεδόν στο έδαφος, να δημιουργεί ένα πλαίσιο –κυριολεκτικό και μεταφορικό– μέσα στο οποίο τοποθετείται το δράμα. «Ο τίτλος και η τεχνική της αφήγησης προέρχονται από τις τοιχογραφίες και τα γλυπτά που υπάρχουν στις περισσότερες καθολικές εκκλησίες και αναπαριστούν αυτή την πορεία του Ιησού, οπότε ήθελα και το φιλμ να λειτουργεί έτσι». Η κορύφωση του φιλμ έρχεται δύο σκηνές πριν από το τέλος, όπου το «θαύμα» συντελείται και ο αγώνας της Μαρίας φαίνεται να φτάνει στη δικαίωση. «Το ερώτημα είναι: υπάρχει καν θαύμα ή πρόκειται για μια φυσική εξέλιξη, η οποία εκλαμβάνεται ως τέτοιο; Καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα».

Παίρνοντας αφορμή και από τις δικές μας παλινωδίες με τις χρηματοδοτήσεις των ταινιών, μιλήσαμε και για την κατάσταση που υπάρχει στη Γερμανία σε αυτόν τον τομέα. «Το σύστημα των χρηματοδοτήσεων είναι αρκετά συντηρητικό. Θέλουν ταινίες με ξεκάθαρο στόρι, ευδιάκριτους και εύκολους στην ταύτιση ήρωες κτλ. Παρότι οι “Σταθμοί” βραβεύτηκαν στο Βερολίνο (βραβείο καλύτερου σεναρίου) δυσκολεύτηκα πολύ για να καλύψω την παραγωγή της επόμενης ταινίας». Για το μέλλον πάντως είναι αισιόδοξος. «Υπάρχουν ελπίδες. Εχουμε έναν πυρήνα νέων ανθρώπων –και χαίρομαι που είμαι κομμάτι του– που δουλεύουν με διαφορετικούς τρόπους, αλλά συμφωνούν στην αντίληψή τους περί του σινεμά ως κομματιού της ποπ κουλτούρας και ταυτόχρονα ως έκφρασης της προσωπικής τους οπτικής για τον κόσμο. Σίγουρα δεν το βλέπουμε ως απλή διασκέδαση».

Ο φόβος είναι παρών

Αναπόφευκτα η κουβέντα φτάνει και στην πολιτική. Οταν του επισημαίνω την ηγεμονική θέση της Γερμανίας στην Ευρώπη και τον ρωτώ πώς οι ίδιοι οι Γερμανοί και ειδικά οι καλλιτέχνες το βιώνουν αυτό, δείχνει μάλλον διστακτικός: «Υπάρχει όλη αυτή η εικόνα θαυμασμού για την πανίσχυρη Γερμανία από το εξωτερικό και φυσικά οι Γερμανοί είναι περήφανοι, όμως ο φόβος είναι και αυτός παρών. Οπως υπάρχουν επίσης και πιεσμένες μικρομεσαίες τάξεις και μετανάστες και φτώχεια· δεν είναι όλα ρόδινα. Ψυχολογικά δεν είναι εύκολο να το εξηγήσεις σε κάποιον ξένο, όμως οι Γερμανοί δεν έχουν την αίσθηση της ταυτότητας που έχουν άλλοι λαοί. Οι Ολλανδοί, για παράδειγμα, θα σου πουν για τα λιβάδια, τους ανεμόμυλους, τους ζωγράφους, οι Γάλλοι, οι Δανοί, οι Ισπανοί αναλόγως. Εμείς ποιοι είμαστε; Στη Γερμανία υπάρχει ακόμη αυτό το συλλογικό τραύμα, αυτή η ντροπή που δεν καταφέραμε να υψώσουμε ανάστημα απέναντι στο απόλυτο κακό του Χίτλερ. Σήμερα όλοι είμαστε μια Σόφι Σολ που χτυπάει τον συναγερμό σε οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική εθνική ανάταση».