ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη

o-agonas-tis-mnimis-enantia-sti-lithi-2056152

O Πολ Λάβερτι, μισός Σκωτσέζος και μισός Ιρλανδός, είναι ο άνθρωπος πίσω από τις ιστορίες που αφηγείται ο Κεν Λόουτς από το 1996 μέχρι σήμερα. Σεναριογράφος ο πρώτος, σκηνοθέτης ο δεύτερος, αποτελούν μια αιχμή του σύγχρονου κοινωνικού και πολιτικού σινεμά της Ευρώπης. Η οξύτητα του βλέμματος και ο ανθρωπισμός φαντάζουν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Οι ήρωές τους, άτομα κοινωνικά αποκλεισμένα ή σπρωγμένα βίαια στο περιθώριο, προσπαθούν να σταθούν με αξιοπρέπεια στα πόδια τους. Ταινίες όπως «Το μερίδιο των αγγέλων», «Γλυκά δεκάξι» (βραβείο σεναρίου στις Κάννες το 2002), «Το όνομά μου είναι Τζο» ή «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» είναι χαρακτηριστικές ενός αφηγηματικού κινηματογράφου στον αντίποδα του Χόλιγουντ. Στις ιστορίες του ο Λάβερτι πλησιάζει με ειλικρίνεια τη ζωή για να την «αντιγράψει», σε αντίθεση με τους συναδέλφους του στο Χόλιγουντ που συνήθως αναπαράγουν μύθους. Η πιο πρόσφατη συνεργασία του με τον Λόουτς, το «Jimmy’s Hall», είναι ένα δράμα εποχής με φόντο την επαρχία της Ιρλανδίας των αρχών της δεκαετίας του ’30. Ο Τζίμι Γκράλτον, υπαρκτό πρόσωπο, αριστερός που αναγκάστηκε να φύγει στις ΗΠΑ μετά τον εμφύλιο, επιστρέφει στην πατρίδα του και ανακαινίζει μαζί με τους παλιούς του φίλους μια εγκαταλειμμένη αίθουσα χορού. Ο τοπικός καθολικός ιερέας αντιδράει σφόδρα στη «διάβρωση» των ηθών από τον «αμερικανικό τρόπο ζωής». Ο Τζίμι, που είχε φέρει μαζί του ένα γραμμόφωνο και μια ντουζίνα δίσκους τζαζ, αντιμετώπισε έναν πόλεμο.

Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του περασμένου Οκτωβρίου ο Λάβερτι βρέθηκε στην Αθήνα προσκεκλημένος του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Τον συναντήσαμε μεσημέρι Σαββάτου στο Σύνταγμα. Το πρωί είχε επισκεφθεί τις απολυμένες καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών και λίγο μετά είχε δώσει ένα master class στο Ινστιτούτο Γκαίτε.

– Θίγονται επίκαιρα ζητήματα στο «Jimmy’s Hall»;

– Θα έλεγα ότι είναι μια ιστορία πολύ μικρή και ταυτόχρονα πολύ μεγάλη. Ο Τζίμι επιστρέφει από τη Νέα Υόρκη έχοντας ζήσει την εμπειρία της οικονομικής άνθησης, αλλά και το σοκ από το Κραχ του ’29, σε μια Ιρλανδία που πλήττεται από την ύφεση η οποία έχει ξεκινήσει από τις ΗΠΑ. Σήμερα, άλλη μια κρίση, που και αυτή τη φορά ξέσπασε από τις ΗΠΑ, παρέσυρε στη δίνη της την Ιρλανδία και την Ευρώπη. Είναι λάθος οι απλοποιήσεις, όμως και σήμερα η ανεργία είναι τεράστια στις χώρες μας κι αναγκάζει τους ανθρώπους να φύγουν μακριά ψάχνοντας δουλειά.

– Συνήθως επινοείτε πρώτα μια μικρή ιστορία και στη συνέχεια την κάνετε να μοιάζει με καθρέφτη μιας ευρύτερης; Ή αντιθέτως ξεκινάτε από μια ευρύτερη ιδέα, ένα μεγάλο θέμα, και κατόπιν προσπαθείτε να αναπτύξετε μια ιστορία;

– Κατ’ αρχάς, αυτή είναι η πρώτη φορά που βασίστηκα σε ιστορία υπαρκτού προσώπου. Το ότι ελάχιστοι άνθρωποι ήξεραν για τον Τζίμι Γκράλτον λειτούργησε ως πρόκληση για να δείξω τον διαχρονικό αγώνα του ατόμου απέναντι στην εξουσία, αλλά και τον αγώνα της μνήμης ενάντια στη λήθη. Είναι συναρπαστικό να σκάβεις σε τέτοιες περιοχές. Από εκεί και πέρα έπρεπε να φανταστώ τις λεπτομέρειες. Οι προηγούμενες 11 ταινίες μου με τον Κεν Λόουτς είναι αμιγώς μυθοπλαστικές. Πιστές, όμως, στην Ιστορία, όπως το «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι», ή στην αληθινή ζωή. Οι φανταστικοί ήρωες δεν σου φορτώνουν το βάρος της βιογραφίας, σου αφήνουν περισσότερη ελευθερία.

– Τους θυμάστε για καιρό μετά την προβολή της ταινίας;

– Πολύ συχνά. Για παράδειγμα, σκέφτομαι τον νεαρό ήρωά μου στο «Γλυκά δεκάξι» ή τον Τζο, από το «Ονομά μου είναι Τζο», που σήμερα θα είναι κοντά στα 55 του. Η μεγαλύτερη αγωνία μου για αυτόν είναι αν έκοψε τελικά το ποτό. Δεν είμαι σίγουρος αν η ιστορία του θα έχει χάπι εντ. Χωρίς δουλειά, και αν σου λείπουν ιδιαίτερες δεξιότητες από το βιογραφικό σου, συνθλίβεσαι.

– Τι είναι σημαντικό για εσάς όταν τελειώνετε μια ιστορία;

– Να είμαι πιστός στους ήρωές μου, αλλά και στο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία τους. Δεν μπορείς να προσθέτεις χάπι εντ για να τη γλυκάνεις.

Ταινία-πλυντήριο

– Τελευταία, οι βιογραφίες έχουν κατακλύσει το σινεμά. Από τη Βρετανία μάς έχουν έρθει ταινίες γύρω από σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα, όπως, η «Βασίλισσα», ο «Λόγος του βασιλιά», η «Σιδηρά κυρία». Ξαναγράφουν πιο ανάλαφρα την Ιστορία;

– Βεβαίως. Η τελευταία μάλιστα ήταν εμετική. Λυπήθηκα που δεν είδα την κυρία Θάτσερ να προσκαλεί τον στρατηγό Πινοσέτ για τσάι, όπως πράγματι συνέβη όταν αυτός ήρθε στην πόλη μας. Υποπτεύομαι ότι δεν συζήτησαν για βασανιστήρια, δολοφονίες ή εξαφανίσεις, αλλά για το τι ψώνισε ο καλός στρατηγός στην Οξφορντ Στριτ. Μου έλειψε η αγαπημένη μου Μάργκαρετ Θάτσερ να αποκαλεί τον Νέλσον Μαντέλα τρομοκράτη. Αυτή η βιογραφία ήταν πλυντήριο.

– Θα επιχειρούσατε μεταφορά ενός μυθιστορήματος;

– Δεν το έχω κάνει μέχρι τώρα, παρότι είχα κάποιες προτάσεις για εξαιρετικά βιβλία. Δεν ξέρω αν έχω αυτή τη δεξιότητα. Πρέπει να με ενδιαφέρει πάρα πολύ ένα βιβλίο για να τολμήσω κάτι τέτοιο. Αλλιώς το εγχείρημα μπορεί να καταλήξει σε καταστροφή.

– Σύγχρονες ελληνικές ταινίες έχετε δει;

– Είδα το «Attenberg» πρόσφατα, θέλω να δω τον «Κυνόδοντα». Αυτές οι ταινίες είναι πιο ενδιαφέρουσες από τις βρετανικές που αναφέρατε. Εχουν τη δική τους φωνή και τουλάχιστον ρισκάρουν κάτι διαφορετικό, τους εύχομαι καλή τύχη.

– Οι καθαρίστριες ως εικόνα της ελληνικής κρίσης θα ενδιέφεραν το ευρωπαϊκό κοινό;

– Φυσικά. Αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης εικόνας. Από όσο ξέρω η κατάσταση σε χώρες όπως η Ισπανία δεν είναι καλύτερη. Η ερώτηση που θα έθετα στον εαυτό μου, εάν σκεφτόμουν μια ταινία, είναι: πού βρίσκεται η δύναμη στην ιστορία τους;

​​Το «Jimmy’s Hall» θα προβάλλεται από τις 4/12