ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Καθηλωτικό νουάρ με πλούσιο παρασκήνιο

kathilotiko-noyar-me-ploysio-paraskinio-2094823

Η ασπρόμαυρη «Διπλή ταυτότητα» του Μπίλι Γουάιλντερ, σπάνιο διαμάντι του κλασικού Χόλιγουντ, κάνει πιο πλούσιες τις νύχτες στους θερινούς κινηματογράφους. Επανεκδόσεις σαν και αυτή μάς δίνουν την ευκαιρία να ξαναδούμε στον φυσικό τους χώρο ταινίες που βαθαίνουν τη σχέση μας με το σινεμά.

Η «Διπλή ταυτότητα» (διπλή αποζημίωση κατά το πρωτότυπο «Double Indemnity») ανήκει στα κορυφαία φιλμ νουάρ από συστάσεως Χόλιγουντ. Αναφέρεται στην καταστροφική σχέση ενός ασφαλιστή του Λος Αντζελες (Φρεντ ΜακΜάρεϊ) με τη σύζυγο ενός πελάτη του (Μπάρμπαρα Στάνγουικ). Οι παράνομοι εραστές σκηνοθέτησαν τον φόνο του συζύγου με απώτερο σκοπό τη διπλή αποζημίωση της ασφαλιστικής εταιρείας. Η άπιστη σύζυγος, όμως, απεδείχθη μοιραία για όλους. «Μιλούσαμε για ασφάλειες αυτοκινήτων και αυτή έπλεκε στο μυαλό της σχέδια για φόνους», λέει με φωνή εκτός κάδρου ο ασφαλιστής σε μια από τις πρώτες σκηνές. Η ιστορία απλώνεται σε ένα μεγάλο φλάσμπακ, λιτά και με εξαιρετικούς διαλόγους.

Σοκαριστικό ταμπλόιντ

Πίσω από τη «Διπλή ταυτότητα» υπάρχει πλούσιο παρασκήνιο, αλλά και μια αληθινή ιστορία: η εκτέλεση στην ηλεκτρική καρέκλα της Ρουθ Σνάιντερ και του εραστή της Τζουντ Γκρέι στις 12 Ιανουαρίου του 1928.

Το τέλος της Σνάιντερ απαθανατίστηκε παράνομα από τον ερασιτέχνη φωτογράφο Τομ Χάουαρντ και έγινε πρωτοσέλιδο της εφημερίδας New York Daily News. Ηταν η πρώτη φορά στην ιστορία του αμερικανικού Τύπου που μια εκτέλεση γινόταν ταμπλόιντ. Η εφημερίδα ξεπούλησε, όπως ήταν φυσικό, και η φλου φωτογραφία του Χάουαρντ, που έδειχνε τη Σνάιντερ την ώρα που έπεφτε ο διακόπτης του ηλεκτρικού διοχευτεύοντας στο σώμα της εκατοντάδες βολτ, προκάλεσε σοκ και συζητήσεις. Ο Χάουαρντ είχε μπει στον χώρο της εκτέλεσης έχοντας δεμένη μια μίνι κάμερα στην κνήμη του. Η τραγική κατάληξη του κακοσχεδιασμένου, όπως αποδείχθηκε, εγκλήματος έγινε το διασημότερο φωτορεπορτάζ της δεκαετίας του ’20.

Το ρεπορτάζ του Κέιν

Τρία χρόνια πριν από το πρωτοσέλιδο της Νew York Daily News, η Σνάιντερ ήταν μια βαριεστημένη νοικοκυρά του Λονγκ Αϊλαντ και ο Γκρέι ένας πλασιέ κορσέδων. Γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και αποφάσισαν να ξεφορτωθούν τον σύζυγο. Το σχέδιο του φόνου ήταν κακό και η εφαρμογή του τόσο αδέξια, που η αστυνομία δεν δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τους ενόχους. Η δίκη τους μετατράπηκε σε ζήτημα με ηθικές διαστάσεις από τα μίντια της εποχής, που υπερμεγέθυναν ένα κοινότοπο έγκλημα. Μιλούσαν για μια διαβολογυναίκα η οποία παρέσυρε στην κόλαση τον ανόητο και αξιοθρήνητο εραστή της. Ανάμεσα στο κοινό της δίκης ήταν διάσημοι, όπως ο σκηνοθέτης της «Μισαλλοδοξίας» Ντέιβιντ Γκρίφιθ, αλλά και νέοι συγγραφείς, όπως ο Τζέιμς Μ. Κέιν, που είχε ήδη σημειώσει επιτυχία με το βιβλίο του «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές» (ένα παραπλήσιο θέμα). Ο Κέιν, ο οποίος κάλυπτε δημοσιογραφικά τη δίκη για λογαριασμό μιας εφημερίδας, πιέστηκε από τον εκδοτικό του οίκο να δημοσιεύσει σε συνέχειες μια ιστορία βασισμένη στη δίκη της Σνάιντερ και του Γκρέι. Το μυθιστόρημα «Double Indemnity» πρωτοκυκλοφόρησε το 1936 με τη μορφή οκτώ τευχών περιοδικού pulp fiction. Ανοιξε και την όρεξη του Χόλιγουντ, όμως η ταινία άργησε να γίνει γιατί η επιτροπή λογοκρισίας το είχε θεωρήσει ανήθικο. Το 1944 η Paramount ανέθεσε στον Ρέιμοντ Τσάντλερ να το κάνει σενάριο. Λέγεται πως ο Κέιν ζήλεψε τις κοφτές ατάκες του Τσάντλερ.