ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Με τους φίλους που ονειρεύτηκε

me-toys-filoys-poy-oneireytike-2118189

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έζησε τη ζωή του, ακολουθώντας σαν υπνοβάτης μια βαθιά επιθυμία του: «να κάνει ταινίες με το τίποτα, για το τίποτα». Ξημερώματα της περασμένης Τρίτης έφυγε από τη ζωή. Ο θάνατος, τον οποίο μέχρι προχθές αντιμετώπισε με ειρωνεία στις ταινίες του, περιέπλεξε μοιραία τα πράγματα. Πάντως, εκεί που βρίσκεται τώρα ο Παναγιωτόπουλος ίσως ξαναβρεί κάποιους απ’ τους παλιούς του φίλους, από την ελληνική παρέα του Παρισιού του ’63. Τον Λάμπρο Λιαρόπουλο, την Τόνια Μαρκετάκη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Ο Παναγιωτόπουλος υπήρξε η πιο ζωντανή παρασπονδία του ελληνικού σινεμά των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, αλλά και ο πιο απρόβλεπτος βετεράνος της γενιάς του ’70 στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Ηταν λάτρης του Γκοντάρ και της γαλλικής νουβέλ βαγκ, χάραξε όμως τη δική του προσωπική πορεία. Απέφυγε τη μίμηση, ακόμη και όταν γύρισε την ελληνική εκδοχή της γκονταρικής «Περιφρόνησης» («Beautiful People») το 2001. Οι ταινίες του δεν είχαν τη λεγόμενη «σφιχτή πλοκή», ούτε μηνύματα κρυμμένα στο βάθος, αλλά μια υφή ονειρική. Ο ίδιος πίστευε ότι η ελευθερία του σκηνοθέτη που δεν καταδυναστεύει τον θεατή, αποκαλύπτοντας με μιας το μυστικό της ταινίας του, είναι αυτή που τελικά ξορκίζει την πλήξη στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το σινεμά είναι μια περιπέτεια με ρίσκο και για τον σκηνοθέτη και για τον θεατή.

Εμφυτη ελευθερία

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Παναγιωτόπουλος πήγε στη Σχολή Ιωαννίδη για να μάθει σκηνοθεσία. Παράλληλα, άρχισε να αποκτάει και εμπειρία ως βοηθός σκηνοθέτη στον εμπορικό κινηματογράφο. Λίγο μετά έφυγε στο Παρίσι για σπουδές στην περιβόητη IDHEC. Απογοητεύτηκε, όμως, και συνέχισε στον επόμενο ακαδημαϊκό του σταθμό, τη Σορβόννη, όπου και εκεί τον περίμενε η ίδια πλήξη. Είδε φως όταν μπήκε στην Γαλλική Ταινιοθήκη. «Εκεί μέσα, μπορείς να μελετήσεις σε δυο-τρία χρόνια ολόκληρη την ιστορία του κινηματογράφου. Τότε άρχισα ν’ αγαπώ αληθινά το σινεμά».

Το 1974 γύρισε την πρώτη ταινία του, τα «Χρώματα της Ιριδος», η οποία παραμένει η πιο ζωηρή από αυτές του πάλαι ποτέ «σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου». Ενας άγνωστος, με μια ανοιχτή ομπρέλα στο χέρι, διασχίζει κάθετα το φυσικό σκηνικό ενός διαφημιστικού σποτ, σε μια παραλία της Αττικής. Ακάθεκτος βαδίζει προς τη θάλασσα και εξαφανίζεται οσονούπω κάτω από τη επιφάνεια του νερού. Παράλληλα, ένας μουσικός, συνθέτης για τον κινηματογράφο και αυτόπτης μάρτυς του συμβάντος, προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε. «Δεν πρόκειται για φιλμ του παραλόγου! Λάθος! Το παράλογο γεγονός της εξαφανίσεως, έρχεται να υπενθυμίσει ότι η πραγματικότητα του κινηματογράφου δεν είναι η αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά μια κατασκευή της δημιουργικής φαντασίας!» σημειώνει ο Παναγιωτόπουλος στο περιοδικό «Φιλμ».

Αντιγράφω και από ένα κείμενο του Κωστή Παπαγιώργη γι’ αυτόν, στην αφιερωματική έκδοση του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2003: «Μορφωμένος χωρίς να κουβαλάει τη μόρφωση στην πλάτη του, αγχίνους που μπορεί να λέει, μειδιώντας ότι “είναι ανόητος καθότι δεν βρήκε το βάθος κανενός πράγματος”, ενσαρκώνει μια ύπαρξη μ’ ένα είδος δυσεύρετης έμφυτης ελευθερίας».

Η Αθήνα

Χρόνια μετά τα «Χρώματα της Ιριδος», το 2003 στο «Delivery», ένας παρόμοιος «ήρωας», χωρίς όνομα και παρελθόν, φτάνει σε μια πολυφυλετική Αθήνα, η οποία φαντάζει σαν αίθουσα αναμονής για τον Αδη. Η ταινία κυλάει σαν τζαζ αυτοσχεδιασμός πάνω σε λαϊκό τραγούδι. Ακολουθεί το βλέμμα του λιγομίλητου Ξένου, χαμένου στην καρδιά της πόλης, και μιλάει για την καρδιά μιας γυναίκας. Αρχίζει με ένα καψουροτράγουδο του Μαζωνάκη και κορυφώνεται με ένα γνήσιο λαϊκό ρεφρέν.

Η Αθήνα ήταν το πιο αγαπημένο φυσικό ντεκόρ του Παναγιωτόπουλου. «Μ’ αρέσει να την κινηματογραφώ. Σχεδόν όλες μου οι ταινίες είναι στην Αθήνα. Ο “Εργένης” είναι η μικροαστική Αθήνα, το “Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου” η νυχτερινή. Τα “Οπωροφόρα της Αθήνας” είναι η φωτεινή της πλευρά» είχε πει σε συνέντευξή του στην «Κ».

Δείτε

Τα χρώματα της Ιριδος, 1974Ενα ανεξήγητο συμβάν σε μια παραλία, την ώρα που ένα κινηματογραφικό συνεργείο στήνει το κάδρο μιας διαφήμισης, μετατρέπει σε σκηνικό παραλόγου την πραγματικότητα ενός μουσικού. Το μουσικό θέμα του Σταμάτη Σπανουδάκη έγινε σήμα κατατεθέν της ταινίας. Πρωταγωνιστεί ο Νικήτας Τσακίρογλου.

Μελόδραμα;, 1981
Η πιο ώριμη στιγμή του Νίκου Παναγιωτόπουλου, με τον Λευτέρη Βογιατζή και τη Μαρία Ξενουδάκη. Εξαιρετική φωτογραφία από τον Σταύρο Χασάπη.

Ονειρεύομαι τους φίλους μου, 1993
Σπονδυλωτή ταινία από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Νόλλα.

Delivery, 2003
Ενας άγνωστος έρχεται από την επαρχία στην Αθήνα, η οποία έχει χάσει την ταυτότητά της, και σταδιακά αποξενώνεται. Η περιπέτειά του είναι εσωτερική, αφορά την έρημο της ψυχής του.

Δεσμά αίματος, 2012
Μια επιπόλαιη αεροσυνοδός πέφτει σε αναταράξεις και ένας «αόρατος» πατέρας ονειρεύεται την κόρη του.