ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Σάσα Μπάρον Κόεν: το success story της πρόκλησης χωρίς όρια

baron1

Λέγεται συχνά πως η κωμωδία είναι το δυσκολότερο πράγμα γιατί απαιτεί έμφυτο ταλέντο, περίπλοκες αφηγηματικές τεχνικές, ακόμη και βαθιά γνώση του ανθρώπινου δράματος. Είναι η τέχνη του συγχρονισμού του απροσδόκητου (απροσδόκητο είναι και το παράλογο). Αν κοιτάξουμε όμως με προσοχή τον Σάσα Μπάρον Κόεν, θα πειστούμε πως δεν χρειάζονται παρά μόνο πρόκληση χωρίς όρια, αμεσότητα ριάλιτι, έξυπνο μάρκετινγκ, αλλά και επίκληση στην απύθμενη βλακεία, για να γίνεις βασιλιάς της κωμωδίας. Ο Μπάρον Κόεν είναι φαινόμενο της βρετανικής κωμωδίας κατά την τελευταία δεκαετία. Τέλος εποχής για τους Μόντι Πάιθον, ας τους αφήσουμε στη μοναξιά του παραλόγου και της ξέφρενης, ενίοτε σουρεαλιστικής, φαντασίας.

Ο Μπάρον Κόεν, γόνος Εβραίων μεσοαστών του Λονδίνου, έτυχε καλής ανατροφής και εκπαίδευσης. Πέρασε και από το Κέμπριτζ για σπουδές Ιστορίας. Ολα αυτά ουδόλως επέδρασαν στην ποιότητα της καλλιτεχνικής του καριέρας και στο χιούμορ του. Τα τρία alter ego του (ο Ali G, ο Borat και ο Bruno), που τον έκαναν διάσημο στο σινεμά, δημιουργήθηκαν σε ένα τηλεοπτικό σόου. Και οι τρεις, ηλίθιοι μέχρι θανάτου, απηύθυναν ερωτήσεις σε ανυποψίαστους, διάσημους και μη. Το σόου δεν ήταν παρά μια παρατραβηγμένη φάρσα, που είχε ως άλλοθι το politically correct.

Ο Μπάρον Κόεν είναι ο πιο ακραίος μιας νέας γενιάς κωμικών (σε αυτήν ανήκουν ο Ρίκι Τζερβέις και ο Στιβ Κούγκαν). Το κωμικό γι’ αυτόν είναι ένα κακώς εννοούμενο γκροτέσκ, κάτι σαν το hardcore όταν μιλάμε για ερωτικές ταινίες. Ο πήχυς της κακογουστιάς και της χυδαιότητας είναι τόσο ψηλά, που τα αστεία του Μπάρον Κόεν μπορεί να προκαλέσουν μέχρι και στομαχικές διαταραχές. Για παράδειγμα, στην πρόσφατη ταινία του, την «Πρακτοράτζα», ξεπερνάει κάθε όριο, σε μια σκηνή όπου συμμετέχουν και ελέφαντες σε κατάσταση οίστρου. Σε γενικές γραμμές, στον ορίζοντα της δράσης του αντικρίζουμε τον ρατσισμό, την ομοφυλοφιλία, το Ολοκαύτωμα.

Ο Borat και οι άλλοι

H πρώτη μεγάλη κινηματογραφική του επιτυχία ήταν το «Borat» (2006), το οποίο του χάρισε Χρυσή Σφαίρα. Ο Borat, ο οποίος παραμένει το πιο αναγνωρίσιμο από τα alter ego του Μπάρον Κόεν, έγινε κόκκινο πανί για την κυβέρνηση του Καζαχστάν, που θεώρησε την ταινία λίβελο για τη χώρα. Ο Borat, Καζάχος δημοσιογράφος, στέλνεται από την κυβέρνησή του στις ΗΠΑ για να γνωρίσει τον αμερικανικό τρόπο ζωής και να αντλήσει διδάγματα. Θέλει να συναντήσει και το είδωλό του, την Πάμελα Αντερσον. Οι χοντράδες του, προσβλητικές για τους αληθινούς Καζάχους, προκαλούν χάος.

Ο Μπάρον Κόεν δηλώνει αθώος: «Η πλάκα δεν ήταν εις βάρος του Καζαχστάν, αλλά εις βάρος αυτών που πίστεψαν ότι το Καζαχστάν που τους παρουσίασα μπορεί στ’ αλήθεια να υπάρχει».

Ακολούθησαν το «Bruno» (2009) και ο «Δικτάτορας» (2012). Στην πρώτη ταινία, ο Αυστριακός Bruno, κραυγαλέα ομοφυλόφιλος δημοσιογράφος για θέματα μόδας, βάζει στόχο ζωής να αγγίξει σε διασημότητα τον Αδόλφο Χίτλερ. Στη δεύτερη, ο Αλαντίν, δικτάτορας σε ένα φανταστικό κρατίδιο της βορείου Αφρικής, πηγαίνει στην έδρα του ΟΗΕ για να εκφωνήσει βαρυσήμαντο λόγο. Επειτα από συνωμοσία καταλήγει στο κατάστημα βιολογικών λαχανικών μιας ακτιβίστριας, η οποία τον νομίζει για αντιφρονούντα και του παρέχει άσυλο.

Στο «Πρακτοράτζα» (Grimsby), ο Μπάρον Κόεν ενσαρκώνει τον Νόμπι, Αγγλο χούλιγκαν. Οι λέξεις ρεμάλι, άξεστος ή κρετίνος δεν αρκούν για την περιγραφή του πορτρέτου του. Ο Νόμπι ύστερα από 28 χρόνια ξανασυναντάει επεισοδιακά τον Σεμπάστιαν, τον χαμένο αδελφό του, που τώρα είναι πράκτορας της ΜΙ6. Η επιτυχημένη καριέρα του Σεμπάστιαν θα γκρεμιστεί σε λίγα δευτερόλεπτα και ο ίδιος θα μπει στο στόχαστρο επικίνδυνων εχθρών. Ο Νόμπι, που η βλακεία τον έχει κάνει άτρωτο, θα γίνει φύλακας άγγελος του Σεμπάστιαν. Τον κρύβει στο σπίτι του και στη συνέχεια ζουν μαζί μια καταιγιστική περιπέτεια σε Νότιο Αφρική και Χιλή. Αυτή η παρωδία ταινιών Τζειμς Μποντ, όμως, μπουκώνει από το χυδαίο χιούμορ. Γυρίστηκε από τον Λουί Λετεριέ.