ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Νέες ταινίες: Η κάθοδος των τεσσάρων, ο όρκος μιας κοπέλας, η αγκαλιά της Βαρντάλος

Η τροπική ζούγκλα της Κολομβίας, όπου διαδραματίζεται το «Alias Maria» (***) του Χοσέ Λουίς Ρουχέλες, ταιριάζει ως σκηνικό για περιπέτειες όπως το «Κυνηγώντας το πράσινο διαμάντι». Εδώ, όμως, δεν υπάρχουν περιθώρια για ψευδαισθήσεις. Μοιραία, το φυσικό τοπίο γίνεται οργανικό μέρος μιας ελεγείας για τη βία ενός εμφυλίου πολέμου που καταστρέφει τη ζωή. Το βλέμμα του Ρουχέλες είναι ανθρωποκεντρικό, όχι στρατευμένο σ’ έναν ηρωικό ή πολιτικό κινηματογράφο. Καταγράφει την κούραση και την απογοήτευση, με οικονομία και ρεαλισμό που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Ο φακός του, σαν αόρατο μάτι, παρακολουθεί ό,τι συμβαίνει σε έναν καταυλισμό ανταρτών που προσπαθούν να διαφύγουν, άγνωστο προς τα πού. Στην περιοχή βρίσκεται σε εξέλιξη μια εκκαθαριστική επιχείρηση του κυβερνητικού στρατού.

Το «Alias Maria» είναι ο εμφύλιος πόλεμος στη ζούγκλα της Λατινικής Αμερικής πέρα από ιδεολογικά πλαίσια ή κλισέ. Μέσα από την ιστορία ενός άγνωστου κοριτσιού που ενηλικιώθηκε πρόωρα. Μέσα από το βλέμμα και τη βαριά ανάσα κάποιας Μαρίας. Αυτό μάς λέει και ο τίτλος, τοποθετώντας αντιηρωικά μια γυναίκα στη θέση του «άγνωστου στρατιώτη», σε μια ζούγκλα όπου, αν την προσέξεις στις λεπτομέρειές της, η ζωή συνεχίζει τον αέναο κύκλο της.

Η Μαρία, που είναι έγκυος λίγων εβδομάδων –γεγονός που την ωριμάζει συναισθηματικά– αναλαμβάνει μια αποστολή μαζί με τρεις συντρόφους της. Πρέπει να μεταφέρουν σε ασφαλές μέρος το νεογέννητο βρέφος του αρχηγού της ομάδας τους. Η αποστολή τους είναι μια πορεία προς το αδιέξοδο. Σε κάθε της βήμα μεγεθύνεται η αίσθηση του παραλόγου επιτείνοντας την απόγνωση της Μαρίας.

Στο «Alias Maria» δεν υπάρχουν προοδευτικοί και αντιδραστικοί, καλοί και κακοί, παρά μονάχα άντρες και γυναίκες επιστρατευμένοι σε μια κόλαση. Οι συντεταγμένες, που μας δίνουν το στίγμα της ταινίας, είναι η πολεμική περιπέτεια και το ψυχολογικό θρίλερ.

Η γυναίκα είναι το κέντρο βάρους και στην «Ορκισμένη παρθένα» (**) της Ιταλίδας σκηνοθέτιδος Λάουρα Μπισπούρι. Σε μια ορεινή περιοχή της Αλβανίας, σύμφωνα με έναν άγραφο νόμο, τα κορίτσια μπορούν να δώσουν όρκο αιώνιας παρθενίας για να αποφύγουν το μέλλον τους ως συζύγων και υπηρετριών. Αυτό κάνει η Χάνα. Ορκίζεται, τυλίγει το στήθος της με επιδέσμους, ντύνεται άντρας και αλλάζει το όνομά της σε Μαρκ. Τώρα, μπορεί να κρατήσει δίκαννο και να ζήσει ελεύθερη. Οταν θα νιώσει όμως βαθιά μέσα της τη φυλακή της, θα διαφύγει στην Ιταλία. Εκεί βρίσκεται ήδη η αδελφή της. Καλογυρισμένο φιλμ, αλλά και φλύαρο. Μέχρι η Χάνα να ξαναγίνει Χάνα, η Μπισπούρι ανακυκλώνει περίτεχνα τα ίδια και τα ίδια.

Η Ελληνοκαναδή ηθοποιός και σεναριογράφος Νία Βαρντάλος επέστρεψε με το «Γάμος α λα ελληνικά 2» (*), σίκουελ της μεγαλύτερης επιτυχίας της. Η Τούλα Πορτοκάλος, που ζει στο Σικάγο, είναι υπερπροστατευτική με την έφηβη κόρη της. Η αγκαλιά της προκαλεί ασφυξία. Η κόρη ετοιμάζεται για το κολέγιο, γεγονός που αναστατώνει ολόκληρο το σόι. Παράλληλα, ο παππούς και η γιαγιά ετοιμάζονται να… ξαναπαντρευτούν. Ο γάμος τους, πριν από χρόνια στη Μύκονο, δεν σφραγίστηκε από τον παπά, ούτε επικυρώθηκε σε ληξιαρχείο. Μόνον για τους θαυμαστές της Βαρντάλος.

Το «Χάιντι» βασίζεται στις περιπέτειες της διάσημης λογοτεχνικής ηρωίδας της Γιοχάνα Σπίρι. Η ορφανή Χάιντι πρέπει να αφήσει τις Αλπεις και να μετακομίσει στη Φρανκφούρτη. Με την Ανούκ Στέφεν και τον Μπρούνο Γκανζ.

Στο «Δώρο των θεών» του Ολιβερ Χάφνερ, ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας στη Γερμανία συστήνει έναν θίασο ανέργων που θα ανεβάσει την «Αντιγόνη». Ανάμεσα στους ηθοποιούς είναι και ένας Ελληνας μετανάστης (Αδάμ Μπουσδούκος).