ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

«Μια δυνατή φωτιά» για τον Δαμιανό

mia-dynati-fotia-gia-ton-damiano-2132524

Ο Αλέξης Δαμιανός αποτελεί μία από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις των ανθρώπων της τέχνης, που αρκεί κανείς να γνωρίσει ένα έργο τους για να καταλάβει τον πνευματικό πλούτο και την εκφραστική δύναμη του δημιουργού. Ειδικά όταν ο τελευταίος είναι φειδωλός στην παραγωγή του (μόλις 3 ταινίες σε 29 χρόνια) αυτή η ιδιότητα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία. Με τη συμπλήρωση 10 χρόνων από τον θάνατό του και 50 από το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, οι εκδόσεις Αιγόκερως και ο κινηματογράφος Αλκυονίδα διοργανώνουν ένα μεγάλο αφιέρωμα (έως 11/5), το οποίο επιχειρεί να προσεγγίσει κάθε πτυχή αυτής της σπουδαίας καλλιτεχνικής προσωπικότητας.

Ο Δαμιανός δεν ήταν μόνο κινηματογραφιστής· αντιθέτως, η έντονη θεατρική του δραστηριότητα, ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, καθώς και τα γραπτά του σε ποίηση και πεζό λόγο καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του δημιουργικού του βίου. Ολα τα παραπάνω παρουσιάζονται αναλυτικά στο αφιέρωμα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μια δυνατή φωτιά» από ειδικούς μελετητές και συνεργάτες του. Η μεγάλη κληρονομιά ωστόσο του καλλιτέχνη είναι αυτά τα τρία φιλμ –ιδίως τα δύο πρώτα– με τα οποία επιτυγχάνει να αποδώσει ανάγλυφη την εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας με τη φτώχεια, τη μετανάστευση, την κοινωνική αδικία και τις ανισότητες που τη χαρακτήριζαν. Και όλα αυτά μέσα από την προσωπική, βαθιά ποιητική και ερωτική ματιά του, έτσι που οι ιστορίες του αγγίζουν το πανανθρώπινο, παραμένοντας ταυτόχρονα γερά ριζωμένες στη γη που τις γέννησε.

Το 1966, τέσσερα χρόνια πριν από την «Αναπαράσταση» του Αγγελόπουλου, ο Δαμιανός παρουσιάζει το «Μέχρι το πλοίο», μια ταινία που ιστορεί το δράμα της Ελλάδας που μεταναστεύει. Την ίδια χρονιά παίρνει μέρος ως ηθοποιός στον αριστουργηματικό «Φόβο», την τελευταία ταινία του Κώστα Μανουσάκη. Τα τρία αυτά έργα αποτελούν την αποφασιστική στροφή προς τον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Ο Δαμιανός θα συνεχίσει στον ίδιο δρόμο, υπογράφοντας το 1971 την «Ευδοκία», μια ταινία, η οποία σχεδόν αδικείται, επισκιασμένη από τη δημοφιλία του εμβληματικού ζεϊμπέκικου του Μάνου Λοΐζου που τη συνοδεύει. Εκεί τα πράγματα είναι ακόμη πιο απλά: ο περήφανος φαντάρος, η ξέγνοιαστη πόρνη και η σκληρότατη πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Τα όνειρα των νέων ανθρώπων πνίγονται κάθε μέρα για να ξαναγεννηθούν μέσα στην κάμαρα ενός αυθαίρετου, κάπου στα Ανω Λιόσια.

Δημιουργική… απουσία

Μετά την «Ευδοκία» έρχεται η δημιουργική σιωπή –όσον αφορά το σινεμά– για περισσότερο από 20 χρόνια. Δεν είναι εκούσια, μιας και τα κινηματογραφικά οράματα σαν αυτά του Δαμιανού δύσκολα βρίσκουν χρηματοδότες και υποστηρικτές. Τελικά το 1994, με τη συνδρομή φίλων και επαγγελματιών του χώρου, η οποία πήρε τη μορφή «κινήματος», όπως το χαρακτήριζε ο ίδιος, θα ολοκληρώσει την τελευταία του ταινία. Εργο αφηγηματικά φιλόδοξο και τελικώς άνισο, ο «Ηνίοχος» καταπιάνεται με ολόκληρη την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας από την Κατοχή έως τις μέρες μας. Ο Δαμιανός εδώ αναζητά το ελληνικό πνεύμα, το οποίο ταξιδεύει μέσα στους αιώνες, θρηνεί για την απώλειά του, για να εναποθέσει τελικά την ελπίδα –πάντα υπάρχει στο έργο του– στις νεότερες γενιές.

«Μέχρι το πλοίο» για ένα βιωματικό ταξίδι

Ο περισσότερος κόσμος ξέρει την «Ευδοκία»· ωστόσο, το πραγματικό αριστούργημα του Αλέξη Δαμιανού είναι η πρώτη του ταινία, το «Μέχρι το πλοίο» το 1966. Βασισμένο στα διηγήματα «Το δαχτυλίδι» του Σπήλιου Πασαγιάννη, «Νανότα» του Γρηγόριου Ξενόπουλου κι ένα νεοελληνικό λαϊκό τραγούδι, όπως αναφέρεται στους τίτλους της αρχής, το φιλμ αφηγείται την ιστορία ενός βουνίσιου άνδρα, ο οποίος κατεβαίνει στο λιμάνι του Πειραιά προκειμένου να πάρει το πλοίο για την Αυστραλία. Μέσα από το βιωματικό ταξίδι του ήρωα, τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο Αλέξης Δαμιανός, παρακολουθούμε στιγμιότυπα μιας Ελλάδας ελάχιστα οικείας –και όμως τόσο κοντινής χρονικά– στο σήμερα. «Ολοι εμείς κατρακυλάμε σαν τα κοτρώνια προς τη θάλασσα» ακούγεται στην πρώτη σκηνή, καθώς ο άνδρας κατηφορίζει μια απότομη πλαγιά. Είναι ξεριζωμένος από τον τόπο του, ετοιμάζεται για την ξενιτιά. Η ανέχεια και η αδικία βρίσκονται παντού γύρω του, έτσι που δεν μπορεί να χαρεί τη φιλία αλλά ούτε και τον έρωτα. Από το βουνό περνάει στον κάμπο, όπου θα γνωρίσει τη Νανότα, μια πανέμορφη βοσκοπούλα, γεμάτη νιάτα και ερωτική επιθυμία. Τίποτα ωστόσο δεν διαρκεί, τα πάντα καταρρέουν καθώς εκείνος συνεχίζει το ταξίδι του και η κοπέλα παίρνει τον (αναπόφευκτο) δρόμο της πορνείας – θα τη συναντήσουμε ξανά στο πρόσωπο της Ευδοκίας μερικά χρόνια αργότερα. Τέλος, στον Πειραιά, ο άνδρας θα καταλήξει στο σπίτι ενός ζευγαριού που βρίσκεται στα όρια του χωρισμού. Η επιβίβαση στο «Πατρίς» και ο ξενιτεμός παρουσιάζεται –ειρωνικά– ως η μοναδική αχτίδα ελπίδας. Ο ωμός νατουραλισμός της ταινίας με τα τραχιά τοπία και τους ακόμα τραχύτερους ανθρώπους συνθέτουν ένα ρεαλιστικό κάδρο, ολότελα διαφορετικό από εκείνο των δημοφιλών φιλμ της εποχής. Το «Μέχρι το πλοίο» αποτελεί ένα απόσπασμα καθαρής αυθεντικότητας, το οποίο δίχως άλλο αξίζει να γνωρίσουμε και σήμερα.​

​Οι τρεις ταινίες προβάλλονται όλες τις ημέρες του αφιερώματος μαζί με τις υπόλοιπες θεατρικές, μουσικές και λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Πληροφορίες για το αναλυτικό πρόγραμμα στο 210-82.20.008.