ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ραντεβού με τους υπερήρωες

civil-war-3

Η προβολή ήταν προγραμματισμένη για τις 6.30 μ.μ., αλλά το φουαγέ της Dolby Europe, στο Σόχο, είχε από νωρίς γεμίσει με δημοσιογράφους από όλη την Ευρώπη και μπροστά στο μηχάνημα παρασκευής ροφημάτων η ουρά ήταν μεγάλη. Τι καλύτερο από ένα αχνιστό, μυρωδάτο τσάι για ένα βροχερό και παγωμένο απόγευμα στο Λονδίνο, πριν από το ραντεβού μας με μια ντουζίνα υπερήρωες; Ναι, ακριβώς αυτός ήταν ο σκοπός του ταξιδιού. Να δούμε πρώτοι τη νέα ταινία της Marvel, «Captain America: Εμφύλιος πόλεμος», και να μιλήσουμε με τους συντελεστές της: τους λαμπερούς πρωταγωνιστές και τους σκηνοθέτες, τους αδελφούς Anthony και Joe Russo.

Μια Αγγλίδα συνάδελφος είχε φέρει μαζί της τον επτάχρονο γιο της. Κάθισαν δίπλα μου. Δεν μπορώ να πω ότι προσυπογράφω την κριτική του Robbie Collin (Telegraph), που βαθμολόγησε την ταινία με άριστα (5/5 αστέρια) και ξέσπασε σε κλάματα στη σκηνή που ο Captain America ρίχνει την πρώτη μπουνιά στον Iron Man. Περισσότερο συμφωνώ με αυτό που έγραψε ο Peter Bradshaw (Guardian): ότι το φιλμ είναι μια «έκρηξη» ασπαρτάμης. Ενα σνακ στο οποίο δεν μπορείς να αντισταθείς. Καθόλου θρεπτικό, αλλά πάρα πολύ νόστιμο… Και ο Simon, ο διπλανός πιτσιρικάς, το απέδειξε περίτρανα. Επί δυόμισι ώρες, και μάλιστα χωρίς διάλειμμα, τα μάτια του δεν ξεκόλλησαν από την οθόνη. Στριφογύριζε με αγωνία στο κάθισμά του κάθε φορά που η πλοκή έφτανε σε κρίσιμο σημείο και καθόλου φειδωλός δεν ήταν στα «Wow!» που αναφωνούσε και τα οποία προκαλούσαν την παρέμβαση της μητέρας του – «Shh, Simon!».

Πράγματι, ακαταμάχητο σνακ ο νέος «Captain America», που έκανε πρεμιέρα στις 27 Απριλίου σε 37 χώρες, με εισπράξεις που ξεπερνούν ήδη κατά πολύ τα 200 εκατ. δολάρια. Με δεδομένο ότι μέχρι την περασμένη Πέμπτη, που άρχισε να προβάλλεται στη χώρα μας, δεν είχε ακόμα βγει ούτε στις αμερικανικές και τις κινεζικές αίθουσες, δεν είναι υπερβολικά αισιόδοξες οι προβλέψεις της «μαμάς» Disney, που θεωρεί ότι άνετα θα φτάσει -αν δεν ξεπεράσει κιόλας- τo ρεκόρ των 1,4 δισ. των περσινών «Εκδικητών» («The Avengers»).

Η σύναξη των υπερηρώων

Υπήρχε μια εποχή όπου οι υπερήρωες ήταν… μοναχικοί λύκοι. Ειδικά στη μεγάλη οθόνη. Από τον πρώτο διδάξαντα, Captain Marvel του 1941 και τον Batman του 1943, μέχρι τον Superman που λάνσαρε ο μακαρίτης ο Κρίστοφερ Ριβ το 1978 και τους λοιπούς των τελευταίων δεκαετιών, όλοι βάδιζαν σε μοναχικά μονοπάτια όταν φορούσαν τα εντυπωσιακά κοστούμια που πάνε πακέτο με τις απίστευτες δυνάμεις τους. Και να που το 2012, οι ετερογενείς superheores έγιναν ομάδα: οι Iron Man, Captain America, Hulk, Black Widow, Hawkeye και Thor ενώθηκαν στην ταινία «The Avengers» για να σώσουν τον κόσμο. Καλοδουλεμένο το στόρι, εκθαμβωτικά τα εφέ, 1,5 δισ. δολάρια οι εισπράξεις – και μια νέα κινηματογραφική μόδα είχε γεννηθεί.

Για τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ, η απόφαση να επαναληφθεί η συνταγή ήταν μονόδρομος. Στο «Captain America: Εμφύλιος πόλεμος», που προβάλλεται ήδη στην Ελλάδα (από τη Feelgood), έχουμε μία ακόμη συναρπαστική σύναξη υπερηρώων και χαρακτήρων του κόσμου της Marvel γύρω από τον Chris Evans, που υποδύεται ξανά τον εμβληματικό Steve Rogers / Captain America: Spider-Man (Tom Holland), Ant-Man (Paul Rudd), Iron Man (Robert Downey Jr.), Hawkeye (Jeremy Renner), Scarlet Witch (Elizabeth Olsen), Vision (Paul Bettany), Winter Soldier (Sebastian Stan) και φυσικά η Black Widow (Scarlett Johansson). Ολοι για έναν, ένας για όλους!

Οσο για την πλοκή; Η τραγική κατάληξη μιας αποστολής τους, στην οποία σκοτώνονται πολλοί αθώοι πολίτες, δημιουργεί την ανάγκη επίβλεψης των Εκδικητών. Αυτό δεν αρέσει και πολύ στον αρχηγό τους. O Steve Rogers πιστεύει ότι είναι σε θέση να παίρνουν μόνοι τους υπεύθυνες αποφάσεις, άρα θα πρέπει να είναι μια αμιγώς αυτοδιοικούμενη οργάνωση και να λειτουργούν ανεξάρτητα. Με την άποψή του, όμως, δεν συντάσσονται όλοι οι σύντροφοί του. Και η ανίκητη ομάδα κόβεται στα δύο, με απρόβλεπτες συνέπειες…

Ο Robert είχε κέφια

«Δεν περίμενα να είστε τόσο πολλοί μαζεμένοι εδώ σήμερα. Αγχώθηκα τώρα! Σας πειράζει να πάω μια βόλτα και να γυρίσω σε μισή ώρα;» Ο 51χρονος Robert Downey Jr. -ή αλλιώς ο Iron Man-, που κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του σε ταινία του Captain America, είχε κέφια εκείνο το πρωί, στη συνέντευξη Τύπου για την κυκλοφορία της ταινίας. Μπήκε στην κατάμεστη αίθουσα του ξενοδοχείου Corinthia γελαστός και υπέρκομψος – μ’ ένα σκουρόχρωμο κοστούμι, μια ριγέ κιτρινόμαυρη γραβάτα και γυαλιά με μαύρο κοκάλινο σκελετό. Μυστήριο πράγμα, πώς κατάφερε να «αναστηθεί» αυτός ο ηθοποιός: από την κόλαση των ναρκωτικών και των καταχρήσεων, από τον πάτο του βαρελιού της σόουμπιζ μέσα σε λίγα χρόνια βρέθηκε στην κορυφή της… τροφικής αλυσίδας του Χόλιγουντ. Αδιάψευστος μάρτυς, το κασέ του. Το 2008, η αμοιβή του για τον πρώτο «Iron Man» ήταν μόλις 500.000 δολάρια. Το 2013, για την τρίτη ταινία της σειράς, πληρώθηκε με 50 εκατομμύρια! Πώς ήταν για εκείνον η εμπειρία της κινηματογραφικής συνύπαρξης με τον Captain America; «Η αλήθεια είναι ότι από τότε που ο τετράχρονος γιος μου άρχισε να ζητάει το κοστούμι του συγκεκριμένου ήρωα, νιώθω μια αποστροφή απέναντί του. Αλλά προσπάθησα να μην την παίρνω μαζί μου στο πλατό». Είπαμε, ο Robert είχε κέφια εκείνη τη μέρα.

Tην επόμενη μέρα, στις συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, διαπίστωσα ότι το χιούμορ και η εξαιρετικά καλή διάθεση ήταν κοινή συνισταμένη όλου του καστ. Η Emily VanCamp υποδύεται τη Sharon Carter, για την οποία ο Captain America δείχνει να αισθάνεται ιδιαίτερα τρυφερά. Στην ταινία, ως πράκτορας της S.H.I.E.L.D., είναι σκληρό καρύδι. Στη ζωή της; «I fake it till I make it», είπε γελώντας. O Paul Bettany, ως Vision, αρχίζει όχι μόνο να προσαρμόζεται στον κόσμο των ανθρώπων, αλλά και να ανακαλύπτει τον έρωτα (με… αντικείμενο του πόθου του την Wanda Maximoff). Τι θα θυμάται από τη συμμετοχή του στην ταινία; «Είχε πλάκα. Τελεία. Τι, πρέπει να πω κι άλλα;» απάντησε χαριτολογώντας. «Για να σοβαρευτούμε, από τον συγκεκριμένο ρόλο μπορεί κανείς να μάθει πολλά: την ηρεμία, την εσωτερική δύναμη, το ζεν. Δεν είναι τυχαίο ότι, για να αυτοσυγκεντρωθώ, πριν από κάθε γύρισμα, διάβαζα το “Sapiens. Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου”, του Yuval Noah Harari, ένα συναρπαστικό βιβλίο που δίνει απαντήσεις στο γιατί επικράτησε ο Homo sapiens, πώς φτάσαμε στη σημερινή εποχή και ποιο είναι του μέλλον του ανθρώπινου είδους».

Για την Elizabeth Olsen (Wanda Maximoff) η μεγαλύτερη πρόκληση σ’ αυτή την ταινία ήταν το… κοστούμι της. «Χρειαζόμουν μισή ώρα να το βάλω, μισή ώρα να το βγάλω και προσευχόμουν να μη μου προκύψει ανάγκη να πάω στο μπάνιο!» Οσο για την ηρωίδα που υποδύεται; «Μέρα με τη μέρα την ανακαλύπτω. Ακόμα δεν ξέρω τι είναι ικανή να κάνει. Κι αυτό την κάνει τόσο ενδιαφέρουσα». Ο Anthony Mackie, ο φτερωτός Falcon της ιστορίας, δεν σταμάτησε να γελάει σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας και να επαναλαμβάνει σε έναν Αγγλο συνάδελφο ότι «έχει τα πιο όμορφα μάτια που έχει δει»! Δεν παρέλειψε όμως να πει την άποψή του για παραγωγές όπως ο «Captain America», που στοχεύουν στην κορυφή του box office. «Ο χώρος είναι μεγάλος, αρκετός για όλους. Υπάρχει κοινό για μικρές και μεγάλες ταινίες – και αναφέρομαι στο μπάτζετ. Γιατί ο στόχος τους είναι κοινός: η καλλιτεχνική και ταυτόχρονα η εμπορική επιτυχία. Οι ταινίες της Marvel συνδυάζουν και τα δύο. Γι’ αυτό και χαίρομαι που είμαι κομμάτι αυτού του “σύμπαντος”».

O Chris Evans -γενειοφόρος μετά το τέλος των γυρισμάτων- φόρεσε για πέμπτη φορά το κοστούμι του Captain America. «Εχω πια ταυτιστεί μαζί του, στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται πρόσωπα και καταστάσεις, που ξέρει ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα…» Τον ρωτάμε για την έκπληξη της ταινίας -spoiler alert!-, το φιλί που ανταλλάσσει με την πράκτορα Carter. Κάνει πιο σαφή τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ο Captain America; Γιατί τo συναισθηματικό δέσιμό του με τον Στρατιώτη του Χειμώνα είχε αφήσει περιθώριο για ποικίλα σενάρια. Ο Chris έσκασε στα γέλια. «Αλήθεια; Αυτό καταλάβατε από το ρόλο μου έως τώρα; Μάλλον δεν έκανα καλά τη δουλειά μου…»

Οι αδελφοί Russo, σκηνοθέτες του «Captain America», ήταν ιδιαίτερα ομιλητικοί. Θυμήθηκαν τα παιδικά τους χρόνια στο Κλίβελαντ, τότε που έβλεπαν μανιωδώς ταινίες με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, αγαπημένο ηθοποιό του πατέρα τους. «Αργότερα, ανακαλύψαμε το γαλλικό νέο κύμα, τον ιταλικό νεορεαλισμό, τον Ταρκόφσκι. Αυτές ήταν οι μεγαλύτερες επιρροές μας. Δεν ήμασταν βέβαια με μια κάμερα στα χέρια, όπως άλλοι, αλλά λατρεύαμε και τα κόμικς. Και μας άρεσε να αφηγούμαστε ιστορίες». Πώς είναι η συνεργασία τους; Υπάρχουν συγκρούσεις; «Δεν μοιράζουμε αρμοδιότητες, κάνουμε και οι δύο τα πάντα. Συγκρούσεις ασφαλώς και υπάρχουν, αλλά ποτέ δεν φτάνουν στα άκρα. Είμαστε σε διαρκή διάλογο, κι αυτό πάντα οδηγεί σε καλά αποτελέσματα. Επίσης, είμαστε “ανοιχτοί” στους άλλους. Ξέρουμε πως οι πιο καλές ιδέες έρχονται μερικές φορές από εκεί που δεν τις περιμένεις, ακόμη και από τις πιο αναπάντεχες πηγές. Ολοι μπορεί να σε βοηθήσουν με μια εύστοχη παρατήρηση: από τους ηθοποιούς μέχρι τους μακιγιέρ…»

Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, η μεγάλη αποκάλυψη αυτού του ταξιδιού ήταν ο Paul Rudd (Ant-Man). Και όχι μόνο γιατί τον είχα λατρέψει στα «Φιλαράκια», δίπλα στη Φοίβη. Στα 47 του πλέον, με εμπειρία και ως σεναριογράφος και παραγωγός, είναι ήρεμη δύναμη! «Σε τέτοιες παραγωγές η δράση δεν “κλέβει” κάτι από την υποκριτική;» τον ρωτήσαμε. «Αυτό είναι μύθος», απάντησε. «Ολες οι εκρήξεις του κόσμου δεν μπορούν να σώσουν μια ταινία αν δεν είναι καλή, αν δεν στηρίζεται σε μια ενδιαφέρουσα ιστορία, αν δεν έχει καλοδουλεμένους χαρακτήρες». Κι επειδή η πολιτική δεν θα μπορούσε να λείψει από τη συζήτηση, πώς βλέπει την υποψηφιότητα του Ντόναλντ Τραμπ; Θα τον εμπιστευόταν για πρόεδρο των ΗΠΑ; «Εσείς θα τον ψηφίζατε;» μου απάντησε με μια ερώτηση ο Rudd. «Οχι βέβαια!» «Πήρατε την απάντησή μου λοιπόν», συνέχισε εκείνος. «Δεν χρειάζεται να πω τίποτε άλλο…»