ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ο Ταρζάν της γενιάς του Ιντερνετ

o-tarzan-tis-genias-toy-internet-2140711

Ο Ταρζάν, ο δημοφιλέστερος ήρωας της αγορίστικης παιδικής ηλικίας, ξανάρχεται δυναμικά στο κινηματογραφικό προσκήνιο με τον τρισδιάστατο «Θρύλο του Ταρζάν» του Ντέιβιντ Γέιτς. Ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, ο Ταρζάν της γενιάς του Ιντερνετ και των smartphones, πλαισιώνεται από τη Μάργκο Ρόμπι (Τζέιν), τον Σάμιουελ Τζάκσον, τον Κρίστοφ Βαλτς και τον Τζον Χερτ. Η ταινία θα κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη 7/7 φιλοδοξώντας να γίνει και στα ταμεία το blockbuster του καλοκαιριού. Το τρέιλερ υπόσχεται μια θεαματική περιπέτεια σε μέρη εξωτικά, πιο εντυπωσιακή από το δημοφιλές animation της Ντίσνεϊ που  έδωσε πνοή στον μύθο του άρχοντα  της  ζούγκλας  στην εκπνοή του περασμένου αιώνα.

Για πολλούς από τους σημερινούς πενηντάρηδες και σαραντάρηδες, οι άθλοι του χάρτινου Ταρζάν είναι το απόλυτο pulp fiction των παιδικών τους χρόνων. Ο Ταρζάν ήταν ο φίλος μας, και όχι απλώς μια φιγούρα από το πάνθεον των αγαπημένων μας υπερηρώων. Οι περιπέτειές του μας παρέσερναν κάθε εβδομάδα στην πιο συναρπαστική νοερή φυγή (που θα μπορούσε να σκεφτεί ένα αγόρι που βάδιζε προς την εφηβεία) από τη ζωή σε όρια, προς την ελευθερία της άγριας ζούγκλας. Ο Ταρζάν ήταν η καλύτερη παρέα για το φανταστικό σκασιαρχείο από το σχολείο και την οικογένεια. Τα κόμικς, αλλά και τα επεισόδια στην ασπρόμαυρη τότε τηλεόραση, έχουν αφήσει βαθιές χαρακιές στη μνήμη.

Αν ο Ροβινσώνας Κρούσος επιστρέφει στην άγρια φύση για να επανεκκινήσει τον πολιτισμό από το μηδέν, ο Ταρζάν ενσωματώνεται σε αυτήν, σε βαθμό που καθιστά αδύνατη την ομαλή επιστροφή του στον πολιτισμό. Γόνος Βρετανού αριστοκράτη, που ναυάγησε σε ακτή της Αφρικής, μεγάλωσε στη ζούγκλα, όπως ο Μόγλης, σε μια οικογένεια πιθήκων η οποία τον υιοθέτησε. Κατά τον Ουμπέρτο Εκο, «μαθαίνει αστραπιαία να γράφει και να διαβάζει και να επιβάλλεται αμέσως στον κόσμο των πιθήκων (φύση), χάρη σ’ ένα προϊόν του πολιτισμού: το μαχαίρι» («Ο υπεράνθρωπος των μαζών», εκδόσεις Γνώση).

Στα κόμικς

Ο Ταρζάν γεννήθηκε ως λογοτεχνικός ήρωας το 1912 στη φαντασία του συγγραφέα Εντγκαρ Ράις Μπάροουζ, τη φήμη του όμως την οφείλει στα κόμικ στριπ που λίγο μετά άρχισαν να δημοσιεύονται στις εφημερίδες.

Το 1929 ο σχεδιαστής Χάρολντ Φόστερ επέβαλε τη φιγούρα του ρωμαλέου άντρα με μαγιό από δέρμα λεοπάρδαλης. Κατά τον Γιόακιμ Σίλε, μελετητή κόμικς, «ο Ταρζάν του Φόστερ, περιστοιχισμένος από παραμυθένια διακοσμητικά στοιχεία, έχει μια ομορφιά που αποπνέει μελαγχολία. Στον κόσμο του υπάρχουν αρχαία παλάτια, τεράστιοι ανδριάντες και πυραμίδες, ψηλές σκάλες με πανέμορφες πριγκίπισσες ή αποτρόπαιοι ιερείς στην κορυφή τους» («Τα κόμικς», εκδόσεις Αιγόκερως).

Ο σχεδιαστής Μπαρν Χόγκαρθ παρέλαβε τη σκυτάλη από τον Φόστερ το 1937. Στα δικά του κόμικς, κατά τον Εκο τα καλύτερα, «το μυϊκό σύστημα του Ταρζάν γίνεται το πρωτεύον θέμα του σχεδίου, σαν να πρόκειται για εγχειρίδιο ανατομίας». Για τον Χόγκαρθ, το σκίτσο του οποίου είναι πολυπλοκότερο και πιο δυναμικό, ο Ταρζάν είναι ένας ιδανικός υπεράνθρωπος.

Ακολούθησαν εκατοντάδες σχεδιαστές, μεταφέροντας, πολλές φορές κλεψίτυπα, τον μύθο του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.

Στο σινεμά

Η δημοφιλία του άρχοντα της ζούγκλας στη λογοτεχνία και στα κόμικς τού άνοιξε διάπλατα τις πύλες του Χόλιγουντ. Στην περίοδο του βωβού κινηματογράφου, ο Ελμο Λίνκολν έγινε ο πρώτος Ταρζάν στα χρονικά της μεγάλης οθόνης. Το 1932, όταν η MGM ανέθεσε στον σκηνοθέτη Γ. Σ. Βαν Ντάικ να γυρίσει το «Tarzan The Ape Man», η δόξα του βρέθηκε στο απόγειό της. Πρώτο μέλημα των παραγωγών της ταινίας ήταν να βρουν πρωταγωνιστή που ν’ ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ρόλου. Θες από τύχη ή από ένστικτο επέλεξαν τον αυστροουγγρικής καταγωγής Αμερικανό Τζόνι Βαϊσμίλερ, κολυμβητή, που είχε κατακτήσει πέντε χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Παρίσι το 1924 και στο Αμστερνταμ το 1928. Για τον ρόλο της Τζέιν επιστρατεύτηκε η Μορίν Ο’ Σάλιβαν.

Ο Βαϊσμίλερ, ο οποίος έπαιξε και στα 11 σίκουελ που ακολούθησαν, παραμένει μέχρι σήμερα ταυτισμένος με την εικόνα του Ταρζάν. Το φιζίκ του ταίριαξε απόλυτα με έναν χολιγουντιανό ήρωα, που πασχίζει να ξεπεράσει σε άθλους τον Ηρακλή της μυθολογίας. Λέγεται πως οι ικανότητές του στα παραδοσιακά τραγούδια των Αλπεων, στα οποία είχε διακριθεί όταν ήταν παιδί, τον βοήθησαν να πετύχει τη γνωστή κραυγή του.

Ο αντικαταστάτης του Βαϊσμίλερ, ο ξανθός Λεξ Μπάρκερ, πρώην παίκτης του ράγκμπι, έμεινε στη σκιά του προκατόχου του.

Το 1984 στο «Γκρέιστοουκ: ο θρύλος του Ταρζάν, άρχοντα της ζούγκλας», ο Xιου Χάντσον αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τον λογοτεχνικό ήρωα του Μπάροουζ ξαναφέρνοντάς τον κοντά μας. Ο Κριστόφ Λαμπέρ δεν ήταν ό,τι καλύτερο για τον ρόλο. Μιμείται σκυφτός τον πίθηκο, σε αντίθεση με τον ευθυτενή Βαϊσμίλερ που «πετάει» σαν ακροβάτης, σε μια ταινία σαφώς τοποθετημένη απέναντι στην αποικιοκρατία και την αιματοβαμμένη επιδρομή του λευκού στη μαύρη ήπειρο. Αδίστακτους και άπληστους εμπόρους ελεφαντόδοντου, που παραβαίνουν τον νόμο (των λευκών), συναντάμε και στις παλιότερες ταινίες του Ταρζάν. Αυτή, όμως, είναι σκοτεινή· φαντάζει και σαν ρομαντικό σχόλιο για το τέλος της αριστοκρατίας.