ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Γιατί δεν είμαστε αιώνιοι;

giati-den-eimaste-aionioi-2144560

Η ​οθόνη του κινητού σαν άλλος ουράνιος θόλος φωτίζεται από την έλευση ενός φωτεινού σηματοδότη, ενός μηνύματος. Η νεαρή μεταπτυχιακή φοιτήτρια της Αστρονομίας Εϊμι τρέχει έξω από την αίθουσα του πανεπιστημίου για να ανοίξει το εικονομήνυμα. Ο σύντροφός της Εντ, καθηγητής της Αστρονομίας, κατά πολύ μεγαλύτερός της, της μιλάει σαν να είναι δίπλα της. Την παρατηρεί, ξέρει πού βρίσκεται εκείνη την ώρα, τι νιώθει στο άκουσμα των λόγων του. Η Εϊμι κάθε φορά που χτυπάει το κινητό της τινάζεται. Η σχέση της με τον Εντ Φέραμ είναι στενή όσο και η σχέση της με το κινητό της. Αυτοί οι δύο άνθρωποι συνδέονται στενά, ερωτικά, υπαρξιακά, ενώ σχεδόν σε όλη την ταινία του Τορνατόρε δεν τους βλέπουμε ποτέ μαζί. Η σωματική εγγύτητα δεν τους εμποδίζει να δημιουργούν μια στενή ερωτική σχέση, επική και επώδυνη.

Ο Εντ Φέραμ μελετά σε όλη του τη ζωή τους αστερισμούς που χάθηκαν εκατομμύρια χρόνια στον ουράνιο θόλο και εμείς, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε να βλέπουμε το φως τους. Μυεί την Εϊμι στο ερευνητικό του αντικείμενο, στις αγωνίες του, στις αστρονομικές και συμπαντικές ανησυχίες του. Τίποτε δεν φαίνεται να στέκεται εμπόδιο σε αυτήν τη σύνδεση των δύο φαινομενικά παράλληλων ζωών: ούτε ο γάμος του πρώτου ούτε η οικογένειά του, ούτε οι δυσκολίες εγγύτητας που έχει η νεαρή Εϊμι, ούτε η ενοχή που κουβαλά για τον θάνατο του πατέρα της, ούτε η μεγάλη διαφορά ηλικίας, ούτε η σχέση καθηγητή/φοιτήτριας, ούτε ακόμη ο θάνατος ανακόπτει την επιθυμία του ενός για τον άλλον.

Ο Τζουζέπε Τορνατόρε στη νέα του ταινία «Σε περιμένω. Πάντα», με πρωταγωνιστές τον Τζέρεμι Αϊρονς και το παλιό κορίτσι του Τζέιμς Μποντ –αγνώριστο σε αυτήν την ταινία- Ολγκα Κιριλένκο, βάζοντας στο προσκήνιο έναν μεγάλο έρωτα, προσεγγίζει τον θάνατο, την ένωση και το φως που υπάρχει ακόμη και μετά την ολοκληρωτική απουσία. Πολύ εύστοχα βάζει τη δύναμη της τεχνολογίας σε ρόλο πρωταγωνιστή –ο τρίτος πόλος της σχέσης είναι το κινητό τηλέφωνο και ο υπολογιστής και οι δυνατότητες των μηνυμάτων, των e-mail και των εικονομηνυμάτων– για να περιγράψει το παρόν σαν κάτι που ήδη έχει παρέλθει. Σε ατμόσφαιρα μυστηρίου, ο πρωταγωνιστής στέλνει μηνύματα σε ένα οικείο παρόν, παράλληλο της ζωής της πρωταγωνίστριας, ενώ είναι ήδη απών. Πόσες φορές δεν έχουμε λάβει ένα ερωτικό μήνυμα που εισβάλλει στη δική μας πραγματικότητα και νομίζουμε ότι και ο αποστολέας του μηνύματος ζει μαζί μας; Ή το δικό μας μήνυμα, του δικού μας αναγκαίου και επιτακτικού παρόντος, φτάνει στην άλλη όχθη ετεροχρονισμένα, άκαιρα και ήδη σε έναν παρελθοντικό χρόνο. Πόσες φορές ανατρέχοντας σε παλιά μηνύματα ή παλιά βίντεο δεν έχουμε την αίσθηση ότι αυτό το τότε λάμπει τώρα ή μας συντροφεύει γιατί ο χρόνος έχει καταλυθεί, είναι αιώνιος.

«Τι λάθος κάναμε και χάσαμε την αιωνιότητα;» ρωτάει στο τέλος ο πρωταγωνιστής έχοντας ήδη καταβληθεί από ανίατη και τελικά θανάσιμη αρρώστια; Γιατί ο έρωτας δεν μπόρεσε να μας κρατήσει αιώνιους; Γιατί αυτό το φως που φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων όταν συνδέονται από πόθο και επιθυμία δεν είναι ικανό να διαρκέσει για πάντα; Το λάθος που κάναμε είναι ο ίδιος ο έρωτας. Αυτός είναι το φως των αστεριών που χάθηκαν αλλά εμείς βλέπουμε ακόμα. Διότι η ηρωίδα μέσα στον έρωτά της βίωνε ένα ατελεύτητο πένθος. Εκανε τον κασκαντέρ, με κίνδυνο τη ζωή της, για να μην βιώσει το πένθος για τον θάνατο του πατέρα της. Αρα πώς να βιώσει το πένθος για τον θάνατο του εραστή της; Ο έρωτας, όμως, για να βιωθεί τελικά χρειάζεται το πένθος. Να μπορέσουμε να μεταφέρουμε τη ναρκισσιστική φροντίδα για το σώμα στο εσωτερικό αντικείμενο που λείπει ή που χάθηκε. Από τη λατρεία για τη λάμψη των αστεριών να μπορέσουμε να συγκρατήσουμε και τον χαμό τους. Και τελικά το μεγάλο τίμημα ενάντια στην αιωνιότητα είναι η αγάπη για τον άλλον. Η βαθιά, υπαρξιακή, άδολη προσφορά στον άλλον. Αυτό μας κοστίζει την αιωνιότητα, αλλά είναι το μόνο που μας τη διασφαλίζει κιόλας την ίδια στιγμή.