ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το πρώτο «έγκλημα» έχει σημασία…

to-proto-egklima-echei-simasia-amp-8230-2144565

«Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» (Die Angst des Tormanns beim Elfmeter) θα απογοητεύσει τους ποδοσφαιρομανείς, θα ενθουσιάσει όμως τους σινεφίλ. Σχεδόν άγνωστο φιλμ, από την πρώιμη εποχή του Βιμ Βέντερς (1972), ξυπνάει τη νοσταλγία για την εποχή που οι ταινίες του Γερμανού δημιουργού ασκούσαν φοβερή γοητεία σε νέους ανθρώπους που άρχιζαν ν’ ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από τον κινηματογράφο και τη μουσική.

Ο Βέντερς και ο Πέτερ Χάντκε (ο συγγραφέας του ομότιτλου αφηγήματος, ο οποίος συνεργάστηκε στο σενάριο) έφτιαξαν την πιο παράλογη «ποδοσφαιρική» ταινία. Η λέξη αγωνία φιγουράρει στον τίτλο, το φιλμ όμως δεν έχει σασπένς. Η πραγματική δράση (το ματς) διεξάγεται εκτός κάδρου (μακριά από το γήπεδο, στο οποίο αγωνίζεται η ομάδα του τερματοφύλακα Γιόζεφ Μπλοχ). Είναι εσωτερική και αθέατη, για αυτό και δεν διαταράσσεται με τίποτα (ούτε με γκολ ούτε με τέλεση φόνου) η φαινομενική ηρεμία του τερματοφύλακα. Το αυτογκόλ ίσως παρείχε δραματουργική λύση, ο Μπλοχ όμως δεν κάνει για αυτόχειρας.

Αυτός ο φύλακας των γκολπόστ, που τ’ όνομά του ταιριάζει σε ήρωα του Κάφκα, έχει κάτι από τον Μερσό στον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί. Είναι εγωιστής και δολοφόνος, τα μάτια του όμως κοιτούν με ειρωνική τρυφερότητα τον κόσμο. Εναν παράλογο κόσμο: ο Μπλοχ διαρκώς φεύγει (άγνωστο το γιατί) ενώ κανείς δεν τον καταδιώκει.

«Μελλοθάνατος»

Ο Βέντερς (τον οποίο βλέπουμε ως κομπάρσο σε ένα πέρασμα δευτερολέπτων στην ταινία) κάνει πλάγιες αναφορές στον Χίτσκοκ. Δεν τον αντιγράφει, όπως, για παράδειγμα, ο Μπράιαν ντε Πάλμα. Χρησιμοποιεί αποδραματοποιημένα τον βασικό μηχανισμό της χιτσκοκικής μεθόδου: για να κυλήσει συναρπαστικά η ταινία, ο θεατής πρέπει να γίνει «συμμέτοχος» στη δράση, που εδώ, όπως είπαμε, είναι εσωτερική. Ο θεατής του «ματς», που διεξάγεται εκτός έδρας για την ομάδα του Μπλοχ, πρέπει να διώξει το βλέμμα του από το γήπεδο· να ακολουθήσει τον γκολκίπερ στους δρόμους μιας αυστριακής πόλης, παρακολουθώντας τον σε έναν άλλο ρόλο.

Ο Μπλοχ, διόλου τυχαία, δεν είναι σέντερ φορ που «εκτελεί» εν ψυχρώ τον φύλακα της αντίπαλης εστίας. Είναι ένας «μελλοθάνατος» (επί 90 λεπτά της ώρας), που αντιδράει παράλογα στη μοίρα του την ώρα του ματς (αφού δέχτηκε αδιάφορα ένα γκολ, παρατηρώντας όπως οι θεατές την εξέλιξη του αγώνα). Αποβάλλεται και έρχεται στο κέντρο της πόλης. Μπαίνει στον κινηματογράφο που παίζει ταινίες τις οποίες αγάπησε ο Βέντερς· καταλύει σε ένα ξενοδοχείο. Το επόμενο βράδυ ξαπλώνει με την ταμία του κινηματογράφου και τη στραγγαλίζει χωρίς λόγο. Ο «Δράκος» του Φριτς Λανγκ σκότωνε παιδιά, ο Μπλοχ, ως γνήσιος βεντερικός (αντι)ήρωας, με τα παιδιά αισθάνεται φίλος.

Ο Μπλοχ είναι ένας (αντι)ήρωας του μοντέρνου κινηματογράφου, σαν τον Μισέλ Πουακάρ στο «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ (1960). Ενας «τερματοφύλακας» που, εκτός γηπέδου, γίνεται ψυχρός εκτελεστής. Ο Βέντερς και ο Χάντκε στην πρώτη σκηνή της ταινίας μάς τον παρουσιάζουν πλήρως αποξενωμένο από το ποδοσφαιρικό του περιβάλλον. Η αγωνιστική του αδράνεια μακριά από το γήπεδο θα μετατραπεί σε ψυχολογία χωρίς βάθος. Παράλληλα, ο κόσμος γύρω του λειτουργεί μηχανικά, χωρίς διλήμματα ηθικής. Ο Μπλοχ είναι εξόριστος από τον Παράδεισο: ο «Θεός» (ο διαιτητής που ρυθμίζει το παιχνίδι) τον αποκάλεσε τρελό και του έδειξε κόκκινη κάρτα. Είναι και δολοφόνος, τυπικός σύμφωνα με τις αστυνομικές ιστορίες: επιστρέφει στη σκηνή του πρώτου «εγκλήματος».

Θα ’ταν λάθος να δούμε την «Αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» ως γραμμική ταινία, παρά την αποσπασματικότητά της, γύρω από τη μοναξιά του μεταπολεμικού ανθρώπου. Η φυγή του Μπλοχ είναι ένας παράλογος κύκλος.

Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι * * * 1/2
ΣΙΝΕΦΙΛ
Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς
Ερμηνείες: Αρτούρ Μπράους, Κάι Φίσερ, Ερικα Πλούχαρ, Ροσλ Ντορένα, Ρίντιγκερ Φόγκλερ

Το πρόσωπο της εβδομάδας

Η 30χρονη Μάγκι, Νεοϋορκέζα, μέλος της Εκκλησίας των Κουάκερων, στον δρόμο για την αληθινό έρωτα αποφασίζει να γίνει μητέρα, με ανορθόδοξο τρόπο σύμφωνα με τη θρησκεία της: ψάχνει δωρητή σπέρματος.

Ο πενηντάρης Τζον, καθηγητής Ανθρωπολογίας και επίδοξος συγγραφέας μυθιστορημάτων, διακόπτει τη «διαδικασία» την κρίσιμη στιγμή, εξομολογούμενος, όπως ο Ρωμαίος, τον έρωτά του. Εχει σύζυγο και παιδιά, το πάθος του όμως για τη Μάγκι είναι ασυγκράτητο. Η Ιουλιέτα του, που είναι μεθοδική και λειτουργεί πάντα με σχέδιο, τον χειρίζεται σαν μικρό παιδί.

Το «Η Μάγκι έχει σχέδιο» της Ρεμπέκα Μίλερ φέρνει τη ρομαντική κομεντί σε περιοχές που έχει διαπρέψει ο Γούντι Αλεν. Πρόκειται για στιβαρό δραματουργικά φιλμ, χαμηλών σκηνοθετικών τόνων, που χρωστάει πολλά στους πρωταγωνιστές του: στον Ιθαν Χοκ, την Τζούλιαν Μουρ (η σύζυγος του καθηγητή) και την Γκρέτα Γκέργουικ, που υποδύεται τη Μάγκι.

Η Γκέργουικ, ανερχόμενη σταρ της νεοϋορκέζικης κινηματογραφικής σκηνής, είναι το πιο ανεπιτήδευτα γοητευτικό πρόσωπο που μας έδωσε ο ανεξάρτητος αμερικανικός κινηματογράφος κατά την τελευταία πενταετία. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και φιλοσοφία με σκοπό να γίνει θεατρική συγγραφέας. Την κέρδισε όμως το σινεμά, το λεγόμενο mumblecore κίνημα (χαμηλού κόστους ταινίες με έμφαση στον αυτοσχεδιασμό και αποδέκτες κυρίως τριαντάρηδες και σαραντάρηδες). Το «Frances Ha» του Νόα Μπάουμπαχ ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της.